ΤΙ ΒΑΦΕΙΑΔΗΣ ΤΙ ΠΑΠΑΓΟΣ

Του Γιαννη Δ. Στεφανιδη[1]

αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_08/02/2009_302417, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8-2-2009

Ενα χρόνο προτού συμπληρωθούν εξήντα χρόνια από τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου, το ισοζύγιο γνώμης όσων εκφέρουν άποψη στη δημοσκόπηση της Public Issue είναι θετικό για ηγετικές προσωπικότητες και των δύο αντιμαχόμενων στρατοπέδων, όπως ο Αλέξανδρος Παπάγος, ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Νίκος Ζαχαριάδης και ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος. Την ίδια στιγμή, ένα 23% θα τασσόταν με την Αριστερά αν ζούσε την εποχή του Eμφυλίου, αλλά μόνο το 13% θα ευχόταν να είχε νικήσει η παράταξη αυτή. Σχεδόν οι μισοί από το δείγμα δηλώνουν μικρή γνώση ή πλήρη άγνοια για τα γεγονότα του Eμφυλίου, ενώ ενδεικτικές είναι οι αυθόρμητες απαντήσεις των πολιτών όταν καλούνται να δηλώσουν τα σημαντικότερα πρόσωπα της περιόδου 1946 - 1949, στην οποία αναφέρεται η έρευνα: πρώτος στον σχετικό συνειρμό έρχεται ο Αρης Βελουχιώτης με 35%, ο οποίος είχε σκοτωθεί στα μέσα του 1945, και δεύτερος ο Ναπολέων Ζέρβας με 11%, ο ρόλος του οποίου είναι μάλλον περιθωριακός στη συγκεκριμένη φάση του Eμφυλίου.

Πέρα από την άγνοια, τη σύγχυση ή την ελλιπή πληροφόρηση, τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ένα κοινό το οποίο σε μεγάλο βαθμό λυπάται για τον Eμφύλιο, αποδέχεται την έκβασή του, αντιμετωπίζει με αυξημένη συμπάθεια τους ηττημένους, κρίνει με επιείκεια τους Ελληνες πρωταγωνιστές της σύγκρουσης, καταδικάζει έντονα τον ρόλο των ξένων δυνάμεων, ενώ, με βάση τον συνειρμικό συσχετισμό Αρη και Ζέρβα, εντάσσει στον Eμφύλιο και την περίοδο της Eθνικής Aντίστασης. Επιπλέον, σε αντίθεση με όσους τοποθετούνται στην κομμουνιστική Aριστερά ή διατηρούν τραυματικές μνήμες από τον οικογενειακό τους κύκλο, οι μισοί ερωτηθέντες πιστεύουν ότι ο Eμφύλιος Πόλεμος ανήκει πλέον οριστικά στο παρελθόν.

Η αποφόρτιση του Eμφυλίου Πολέμου ως διαιρετικής τομής και σημείου αναφοράς στην πολιτική διαπάλη είναι προϊόν της περιόδου της μεταπολίτευσης. Τόσο η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981, όσο και η σύμπραξη Αριστεράς - Δεξιάς για την απομάκρυνσή του, οκτώ χρόνια αργότερα, συνοδεύθηκαν και από συμβολικές χειρονομίες υπέρβασης της εμφύλιας διαμάχης. Η αναγνώριση της εθνικής αντίστασης στο σύνολό της αποκατέστησε τους ηττημένους του Eμφυλίου ως μέλη της εθνικής οικογένειας. Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η διαδικασία αυτή είχε ξεκινήσει την επομένη, σχεδόν, του Eμφυλίου Πολέμου.

Η δημοκρατία επιβίωσε

Το καλοκαίρι του 1949 σήμανε τη στρατιωτική εκμηδένιση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, όχι όμως και την πλήρη επικράτηση των αντιπάλων του στο κοινωνικό, πολιτικό και, ιδίως, στο ιδεολογικό πεδίο. Αντίθετα με ό,τι συνέβη στην περίπτωση του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, στην Ελλάδα συνέχισε να λειτουργεί το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα και διατηρήθηκαν τυπικά σε ισχύ οι συνταγματικές ελευθερίες, ακόμα και στη διάρκεια των συγκρούσεων. Η εξέλιξη αυτή δεν οφειλόταν, ασφαλώς, στη γενναιοψυχία των νικητών του Eμφυλίου. Η ανάγκη διαρκούς εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης απέναντι σε ένα ένοπλο επαναστατικό κίνημα, αλλά και οι επιταγές του λεγόμενου ξένου παράγοντα, από τη βοήθεια του οποίου αισθάνονταν εξαρτημένες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, ερμηνεύουν σε μεγάλο βαθμό την επιβίωση μιας, «καχεκτικής» έστω, δημοκρατίας. Αξίζει, εν προκειμένω, να υπενθυμίσει κανείς τα μέτρα επιείκειας, όπως το κλείσιμο της Μακρονήσου και η απόλυση δεκάδων χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων, που εγκαινίασαν οι κυβερνήσεις του Νικολάου Πλαστήρα και σεβάστηκαν, σε μεγάλο βαθμό, οι διάδοχοί τους.

Ετσι, σε διάστημα μικρότερο των δύο χρόνων από την κατάπαυση του πυρός, η κομμουνιστική Αριστερά, που βρισκόταν εκτός νόμου από τον Δεκέμβρη του 1947, κατόρθωσε να αποκτήσει πολιτική εκπροσώπηση μέσα από τη λειτουργία νόμιμου κόμματος, της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς. Επιπλέον, ο αντικομμουνισμός ουδέποτε αντιστάθμισε την ετερογένεια που χαρακτήριζε την άλλη πλευρά του Eμφυλίου. Οι διαχωριστικές γραμμές που είχαν χαράξει ο Εθνικός Διχασμός και οι αναμετρήσεις του Mεσοπολέμου θα επιβίωναν στη μεταπολεμική αντιπαράθεση Δεξιάς / Κέντρου, η οποία κατά καιρούς εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη οξύτητα. Η αντιπαράθεση αυτή επέτρεψε, για παράδειγμα, στην ΕΔΑ να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο ως εταίρος συνασπισμού κομμάτων του Κέντρου, αλλά και της παραδοσιακής Δεξιάς στις εκλογές του 1956. Δύο χρόνια αργότερα, η ΕΔΑ αναδείχθηκε δεύτερο κόμμα και αξιωματική αντιπολίτευση στο Kοινοβούλιο.

Τα μηνύματα της Αριστεράς

Ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τα σοβαρά εμπόδια που όρθωναν το νομικό οπλοστάσιο των εκτάκτων μέτρων και οι πρακτικές καταστολής και ελέγχου του κρατικού μηχανισμού, που δεν στόχευαν μόνο την ΕΔΑ αλλά και κάθε «εθνικώς ύποπτο» πολίτη. Παρά ταύτα, η Αριστερά αποκατέστησε τους δεσμούς της με το συνδικαλιστικό κίνημα και διεύρυνε την επιρροή της ιδίως στο χώρο της νεολαίας. Στο πεδίο των ιδεών, πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ικανή να αμφισβητήσει την κυριαρχία της εθνικοφροσύνης και του στείρου αντικομμουνισμού. Η διαδεδομένη οικονομική δυσπραγία και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, η επανειλημμένη διάψευση εθνικών πόθων (ιδίως στην περίπτωση του Κυπριακού) και η δυσαρέσκεια για τη στάση και τις παρεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών σε σειρά εσωτερικών και εξωτερικών ζητημάτων, διευκόλυναν τη μετάδοση των μηνυμάτων της Αριστεράς. Αυτήν την εντύπωση απηχούσε έκθεση του Αμερικανού επιτετραμμένου, το Νοέμβριο του 1957, σύμφωνα με την οποία «για όλους σχεδόν (τους Ελληνες) οι μνήμες από τις πικρές ημέρες του Εμφυλίου Πολέμου ξεθωριάζουν». Το έναυσμα είχε δώσει μια σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης, κατά παραγγελία της αμερικανικής πρεσβείας. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι Ελληνες εμφανίζονταν πολύ πιο θετικά διακείμενοι απέναντι στη Σοβιετική Ενωση και τον ηγέτη της Νικίτα Χρουστσόφ απ’ ό,τι οι πολίτες άλλων κρατών-μελών της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Οι αντιαμερικανικές και αντιδυτικές τάσεις, οι οποίες, ιδίως με τη μορφή της ουδετεροφιλίας, διαπερνούσαν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, εντάθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, η κρίση στην Κύπρο και η ανατροπή, τον επόμενο χρόνο, της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου υπήρξαν σταθμοί στη διαδικασία ανάδυσης ενός νέου ρεύματος στην πολιτική ζωή της χώρας, το οποίο πρόσκαιρα μόνο θα ανέκοπτε η στρατιωτική δικτατορία του 1967. Το ρεύμα αυτό μόνον εν μέρει διοχετεύθηκε στην κοίτη της κομμουνιστικής Αριστεράς, η οποία επανήλθε στη νομιμότητα μετά την πλήρη χρεοκοπία της αυταρχικής εκδοχής του αντικομμουνισμού. Μια μερίδα που είχε πληρώσει τη στράτευσή της στην Αριστερά της Kατοχής και του Eμφυλίου διεκδίκησε την επανένταξή της στην πολιτική διαδικασία, ενώνοντας τις δυνάμεις της με μετριοπαθείς αντικομμουνιστές και μια νεότερη γενιά που ενστερνιζόταν λιγότερο ή περισσότερο σαφή αιτήματα για πολιτική αλλαγή και μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η χοάνη του κινήματος υπό την ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου κατόρθωσε να απορροφήσει τα στοιχεία αυτά, εντάσσοντας, μεταξύ άλλων, στην ιδεολογική του σκευή την αγωνιστική παράδοση της Eθνικής Aντίστασης την οποία επιμελώς είχε καλλιεργήσει η κομμουνιστική Αριστερά. Η επιλεκτική εναλλαγή της μνήμης και της λήθης, που αποτυπώθηκε στον δημόσιο λόγο, στα σχολικά εγχειρίδια και στη λογοτεχνική παραγωγή για την Kατοχή και τον Eμφύλιο, απηχούσε πλέον συμπάθεια για τη χαμένη υπόθεση της Αριστεράς, η οποία, από φόβητρο και άλλοθι καταστολής, έγινε συμπλήρωμα της νέας πολιτικής ορθότητας…



[1] Ο Γιάννης Δ. Στεφανίδης διδάσκει Διπλωματική Ιστορία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.