«Αναπαράγει αντικομμουνιστικά στερεότυπα»

Γράφει ο Δημήτρης Κουσουρής Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Πηγή: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4580593&enthDate=19062010

Χρησιμοποιεί νέο αρχειακό υλικό, περιορίζεται όμως στην αναπαραγωγή αντικομμουνιστικών στερεοτύπων. Το βιβλίο του Ν. Μαραντζίδη για τον Δημοκρατικό Στρατό προσεγγίζει «εγκληματολογικά» τον κομμουνισμό και αφήνει αναπάντητα τα πιο καίρια ιστορικά ερωτήματα.

Τα αντάρτικα σώματα που συγκεντρώνονταν στην ύπαιθρο μετά τον απηνή διωγμό του ΕΑΜικού κινήματος που είχε ξεσπάσει ενάμιση χρόνο νωρίτερα ενοποιήθηκαν υπό την ονομασία Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας στα τέλη του 1946. Καθώς η χώρα περνούσε σταδιακά στην αμερικανική επικυριαρχία, η σύγκρουση που ακολούθησε ήταν συνάμα και το πρώτο «θερμό» μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου: όσο ο ΔΣΕ μαχόταν στο Γράμμο και αλλού «ενάντια στη δεύτερη κατοχή και τον μοναρχοφασισμό», οι κυβερνητικοί πολεμούσαν τους «συμμορίτες-πράκτορες του σλαβοκομμουνισμού». Το ίχνος του Εμφυλίου 1946-1949 παρέμεινε ανεξίτηλο, όχι μόνο γιατί ήταν το πιο αιματηρό επεισόδιο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας αλλά και γιατί κληροδότησε μαζί με τους νεκρούς, μαζί με τους πολιτικούς πρόσφυγες και τους βίαια εκτοπισθέντες, μια «ανάπηρη δημοκρατία» που εξαιρούσε την κομμουνιστική Αριστερά από την πολιτική ζωή του τόπου.
Το βιβλίο του Νίκου Μαραντζίδη με θέμα τον ΔΣΕ χρησιμοποιεί ένα πλήθος άλλων τεκμηρίων από τα αρχεία του ΚΚΕ και του ΔΣΕ (ΑΣΚΙ), του Ελληνικού Στρατού, των πρώην κομμουνιστικών χωρών, καθώς και μαρτυρίες μελών και αντιπάλων του ΔΣΕ. Το ερώτημα λοιπόν είναι σε ποιο βαθμό αξιοποιεί το υλικό του, συμπληρώνοντας ή/και αμφισβητώντας τις ερμηνείες που έχουν προταθεί από την επιστημονική έρευνα.

Ο Μαραντζίδης αγγίζει το κατ΄ εξοχήν ταμπού κάθε εμφυλίου: την αμιγώς στρατιωτική και άρα καθαυτό βίαιη διάστασή του. Είναι κοινός τόπος των ιστορικών σπουδών και της πολιτικής επιστήμης πως σε κάθε εμφύλιο, η σύγκρουση στο εσωτερικό της πολιτικής κοινότητας καταργεί τα όρια ανάμεσα σε στρατιώτες και αμάχους, ενώ η βία συχνά υπερβαίνει τους κανόνες της ένοπλης αντιπαράθεσης, δημιουργώντας ζώνες «ανομίας» όπου η επιδίωξη της πολιτικής εξουσίας συμπεριλαμβάνει ακόμα και την εξόντωση του εσωτερικού εχθρού. Αυτές είναι οι κατ΄ εξοχήν όψεις της εμπειρίας που απωθούνται από τη δημόσια μνήμη. Κατά κανόνα μετά τη λήξη της σύγκρουσης, όσοι συμμετείχαν αποσιωπούν αυτές τις πλευρές ή, στην καλύτερη περίπτωση, τις παραμορφώνουν, δαιμονοποιώντας τη βία του αντίπαλου στρατοπέδου ή/και ηρωοποιώντας τη δική τους ένοπλη δράση.
Σε ό,τι αφορά τον ελληνικό Εμφύλιο ειδικότερα, οι σιωπές και οι μύθοι των δύο στρατοπέδων έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης εδώ και μια εικοσαετία. Ωστόσο ο συγγραφέας επιλέγει εξαρχής να παραβλέψει τους αντικομμουνιστικούς μύθους των νικητών και να περιορίσει την οπτική του στον ηρωποιητικό λόγο των ηττημένων. Το πρώτο μέρος του πρώτου κεφαλαίου αποτελεί μια αναδρομή στους μύθους και τις σιωπές της επίσημης Αριστεράς, από τον Ζαχαριάδη στην αποσταλινοποίηση κι από εκεί στις μεταπολιτευτικές σιωπές και ιδεολογικές χρήσεις από το ΚΚΕ και «δευτερευόντως τώρα τελευταία από τον ΣΥΡΙΖΑ». Αυτή η επιλογή καθοδηγεί το νήμα της προβληματικής ολόκληρου του βιβλίου.

Τα επόμενα κεφάλαια επιχειρούν να καταρρίψουν τους βασικούς μύθους και τις σιωπές της Αριστεράς για τον ΔΣΕ. Το δεύτερο κεφάλαιο εκτιμά πως «το ΚΚΕ επέλεξε να εξαπολύσει τον αγώνα του στηριζόμενο ολοκληρωτικά στον εξωτερικό παράγοντα κι όχι σε μια εσωτερική κοινωνική δυναμική», παρουσιάζοντας μια «κάθε άλλο παρά αποσπασματική και πρόχειρη» στήριξη από τις Λαϊκές Δημοκρατίες. Επειτα, παρουσιάζοντας τη δημογραφική σύνθεση του ΔΣΕ, ο συγγραφέας περιγράφει ένα στρατό αποτελούμενο κατ΄ αρχάς από αγράμματους αγρότες και ύστερα κατά πλειοψηφία από μειονοτικούς (κυρίως σλαβόφωνους). Στη συνέχεια παρουσιάζει τον ασφυκτικό έλεγχο του κόμματος και τις αντιθέσεις που δημιουργούσε η διττή διοίκηση των μονάδων από στρατιωτικούς διοικητές και πολιτικούς επιτρόπους. Στο πέμπτο κεφάλαιο αναλαμβάνει να καταρρίψει τον μύθο των «περή φανων μαχητών», περιγράφοντας την έλλειψη ή την αχρηστία του πολεμικού υλικού, την ανύπαρκτη υγειονομική περίθαλψη, τη φθίνουσα ψυχολογία και τις λιποταξίες. Κατόπιν παρουσιάζει τους μηχανισμούς επιτήρησης και απονομής δικαιοσύνης υπό το πρίσμα μιας «τρομοκρατικής διαπαιδαγώγησης των μαζών υπό τον φόβο του βιολογικού αφανισμού». Τέλος, υπό τον τίτλο «ζητήματα ταμπού», ο Μαραντζίδης πραγματεύεται τα ζητήματα της υποχρεωτικής στρατολογίας, της θέσης των γυναικών, του πολέμου των παιδιών και της μεταχείρισης των αιχμαλώτων.

Η ανάγνωση που επιχειρεί ο Μαραντζίδης είναι οπωσδήποτε στρατευμένη, αυτό όμως από μόνο του δεν πρέπει να αξιολογείται ως ελάττωμα. Αντιθέτως, αναγνωρίζοντας τις ιδεολογικές αφετηρίες του και παίρνοντας θέση στη δημόσια συζήτηση με μια ολοκληρωμένη μελέτη, ο συγγραφέας συμβάλλει επιτέλους στον απεγκλωβισμό από μια επίπλαστη αντιπαράθεση- που είχε έως τώρα καλλιεργήσει και ο ίδιος- ανάμεσα σε δήθεν «νηφάλιες επιστημονικές» και «στρατευμένες» ιστορικές προσεγγίσεις.

Επιλεκτική αποσιώπηση

Το πιο προβληματικό στοιχείο της προσέγγισης του Μαραντζίδη είναι ότι επιλέγει να αντιπαρατεθεί όχι με μια ιστοριογραφική παράδοση αλλά με τις ιδεολογικές χρήσεις του ΔΣΕ από έναν κομματικό μηχανισμό. Η κυριότερη αδυναμία προκύπτει από την επιλεκτική χρήση του πλαισίου το οποίο παράγει ή/και υπαγορεύει τις πολιτικές επιλογές και τον λόγο του ΕΑΜικού μπλοκ και των επιγόνων του. Ετσι, π.χ., η απαξίωση του «δεύτερου αντάρτικου» ως «λάθους» από το ΚΚΕ στη μεταζαχαριαδική περίοδο εξετάζεται αποκλειστικά ως προϊόν των ενδοκομμουνιστικών ανακατατάξεων στο πλαίσιο της «αποσταλινοποίησης», και διόλου ως μια τακτική επιλογή αντιμετώπισης της πολιτικής απαγόρευσης και των διώξεων.

Η επιλεκτική αποσιώπηση του ιστορικού πλαισίου είναι πασιφανής ήδη από την εισαγωγή, όπου αναφέρεται πως «παρά τα αντίθετα λεγόμενα για τον ρόλο της Λευκής Τρομοκρατίας [...] οι διώξεις και η βία εναντίον των μελών του Κόμματος έπαιξαν μάλλον δευτερεύοντα και νομιμοποιητικό ρόλο στη συνείδηση της ηγεσίας και των κύκλων στελεχών που επιθυμούσαν τη ρεβάνς των ηττημένων του Δεκέμβρη. Ηδη από το τέλος του 1945 ο Ζαχαριάδης φλέρταρε με την ιδέα της ένοπλης εξέγερσης [...]». Με άλλα λόγια, για να υποστηρίξει το ερμηνευτικό του σχήμα ο συγγραφέας διαγράφει μονοκοντυλιά πολλές ιστορικές μελέτες για τους δισταγμούς και τις παλινωδίες της ηγεσίας του ΚΚΕ σχετικά με την ένοπλη σύγκρουση κατά τα έτη 1944-1946. Προς επίρρωσιν, προβάλλει ένα τελείως σαθρό επιχείρημα, αφού ως γνωστό το μεγάλο κύμα της Λευκής Τρομοκρατίας εξαπολύθηκε από την άνοιξη κιόλας του 1945, δηλαδή πριν καλά καλά ο Ζαχαριάδης επιστρέψει από το Νταχάου και οπωσδήποτε πολύ πριν αρχίσει να «φλερτάρει με την ιδέα της ένοπλης εξέγερσης».

Η εξέταση της Αριστεράς έξω από το ιστορικό της πλαίσιο συγκροτεί μιαν ανιστορική οπτική κατά την οποία το ΚΚΕ (όπως και κάθε ΚΚ) ανάγεται σε μια αμετάβλητη «ουσία» ενός μηχανισμού βίαιης κατάληψης της εξουσίας. Παράλληλα, η προβληματική που εξαντλείται στην απόσταση ανάμεσα στον λόγο του ΚΚΕ για τον Εμφύλιο και την ιστορική πραγματικότητα μοιάζει επικίνδυνα με τον λόγο των αντιπάλων του ΚΚΕ που ο συγγραφέας κατά τα άλλα αρνείται να αναλύσει.
Ασφαλώς η μελέτη δεν αναπαράγει γραμμικά τον λόγο των νικητών του Εμφυλίου με μισό αιώνα καθυστέρηση· μάλλον εφαρμόζει στα καθ΄ ημάς τις ιστορικές προσεγγίσεις που έγιναν δημοφιλείς αμέσως μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Αυτές προωθούσαν μια εγκληματολογικού τύπου πραγμάτευση του κομμουνιστικού φαινομένου στον 20ό αιώνα, εστιάζοντας την κριτική στις «φονικές» συνέπειες της ιδεολογίας και επικαιροποιώντας τον λόγο περί κομμουνιστικής ευθύνης για τον Ψυχρό Πόλεμο. Ο Ν. Μαραντζίδης απηχεί ευθέως τις απόψεις του εν λόγω ρεύματος όταν αποτιμά την εμπειρία του ΔΣΕ ως την ιστορία «μιας ουτοπίας που έχασε τα λογικά της»,.
Η εφαρμογή αυτής της προσέγγισης αναδεικνύει τα στενά της όρια: τα βασικά πορίσματά της (εμπλοκή των κομμουνιστικών κρατών, κομματικός έλεγχος, αποκοπή από την πλατιά βάση του ΕΑΜ, υποχρεωτικές στρατολογήσεις κ.λπ.) ήταν ήδη κεκτημένα από την ιστορική έρευνα και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εξίσου υπό άλλο ιδεολογικό πρίσμα σε γονιμότερη κατεύθυνση. Ομως η ευκαιρία χάθηκε, αφού ο συγγραφέας παρέμεινε εγκλωβισμένος στη γραμμή μιας ιδιότυπης «ρελάνς» απέναντι σε ό,τι ο Γ. Μαυρογορδάτος το 1999 περιέγραφε ως «ρεβάνς των ηττημένων».

Χτυπητές αντιφάσεις

Συνδυάζοντας τη μονόπλευρη ερμηνεία με την ευσυνείδητη παράθεση του αρχειακού υλικού, ο Μαραντζίδης μας επιτρέπει να διακρίνουμε καλύτερα τα όρια και τις αντιφάσεις του όλου εγχειρήματος του. Η παρουσίαση π.χ., ενός στρατού σε πόλεμο ως μικρογραφίας ολοκληρωτικού κράτους προδίδει μια μονόπλευρη προσκόλληση στο ερμηνευτικό μοντέλο των θεωριών του ολοκληρωτισμού. Τούτο οδηγεί στην κατάχρηση εννοιών όπως π.χ. εκείνης των «πελατειακών σχέσεων» για να περιγραφεί η ευνοιοκρατία στο εσωτερικό ενός στρατού.

Μια από τις πιο χτυπητές αντιφάσεις βρίσκεται ανάμεσα στην εικόνα μιας άφθονης και μεθοδικής «ξένης βοήθειας», και στην περιγραφή της αχρηστίας των υλικών και της ανύπαρκτης υγειονομικής υποδομής που προκαλεί τις «απελπισμένες εκκλήσεις» του ΔΣΕ στα αδελφά κόμματα.

Ακόμα πιο αποκαλυπτική για τις ιδεολογικές επιλογές του Μαραντζίδη είναι η αντίστιξη ανάμεσα στην εικόνα της «τυφλωμένης για την εξουσία» κομμουνιστικής ηγεσίας, και στη διαπίστωση ότι «είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε πως η συνέχιση του πολέμου, τουλάχιστον κατά το τελευταίο έτος του, ήταν μια πολιτική απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης [...] με απώτερο στόχο την πλήρη εξόντωση [του ΚΚΕ]».

Ιστορική εγκληματολογία

Εκείνο που κυρίως κομίζει το βιβλίο είναι ένας τύπος αφήγησης η οποία μεταμφιέζει την καταγγελία της ιδεολογίας και του κομμουνιστικού συγκεντρωτισμού σε ιστορική ανάλυση. Η πολλαπλότητα του κομμουνιστικού φαινομένου αντικαθίσταται από μια εικόνα στην οποία οι απλοί μαχητές λειτουργούν ως ενεργούμενα μιας μονολιθικής ηγεσίας. Τούτο ακυρώνει εκ των προτέρων τη μελέτη της μαζικής διάστασης και της τοπικής πολυμορφίας, κατευθύνσεις της έρευνας που, θεωρητικά τουλάχιστον, υποστηρίζει και ο ίδιος ο Μαραντζίδης. Με αυτό τον τρόπο προσπερνιούνται βασικά ερωτήματα όπως η μαζικότητα και η πολυμορφία του ΕΑΜικού μπλοκ, οι σχέσεις τομής και συνέχειας ανάμεσα σε ΔΣΕ και ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ο πολύπλοκος ρόλος της ιδεολογίας στη συγκρότηση των συλλογικών συμπεριφορών, οι σχέσεις με τους τοπικούς πληθυσμούς, τα εύθραυστα όρια της στράτευσης με το ένα ή το άλλο στρατόπεδο. Συμπερασματικά, αν και η μελέτη δεν ξεπερνά, όπως υπόσχεται, τα στερεότυπα του Ψυχρού Πολέμου, τουλάχιστον τα επικαιροποιεί αξιοποιώντας νέο αρχειακό υλικό.

Η πραγματική συμβολή της έγκειται στο γεγονός ότι στην προσπάθειά της να υπογραμμίσει την ανεπάρκεια των κοινών τόπων της Αριστεράς αποκαλύπτει, άθελά της μάλλον, την ανεπάρκεια των κοινών τόπων των αντιπάλων της. Αν η πραγμάτευση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος από τη σκοπιά μιας «ιστορικής εγκληματολογίας» εμφανίζεται με καθυστέρηση είκοσι χρόνων σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τούτο μάλλον οφείλεται και στη «διαφορά φάσης» που κληροδότησαν στην ελληνική συζήτηση οι δυόμισι δεκαετίες του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Κάπου εκεί θα πρέπει ίσως να αναζητηθούν και οι λόγοι για τους οποίους το ΚΚΕ επαναξιολογεί εσχάτως το σταλινικό παρελθόν και ο Μαραντζίδης επιλέγει να σκιαμαχήσει μαζί του.