Εορδαίοι εθελοντές στο Σώμα του Γεωργίου Πούλου

πηγή: http://www.giapraki.com/e107_plugins/content/content.php?content.503

το κείμενο βασίζεται σε ανακοίνωση που εκφωνήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο Γιαννιτσών την 17.10.04, στην ημερίδα με τίτλο «Μνήμες Κατοχής και Αντίστασης: συμβολή στην ιστορία της περιοχής των Γιαννιτσών την περίοδο της γερμανικής κατοχής (1941 -1944)», οργανωμένη από τη Δημοτική Κίνηση «Γιαννιτσά –Ανθρώπινη πόλη»


1. η εκούσια σπανιότητα των πηγών

Απλόχερα δεν συναντώνται σχετικές πηγές, αφού ακόμα και σήμερα μερικά κρατικά αρχεία είναι απρόσιτα, ενώ οι προφορικές μαρτυρίες είναι λιγοστές, επειδή εύκολα δεν ομιλούν οι εναπομείναντες οπλίτες «του Πούλιου», οι «Πουλιατζήδες» όπως αποκαλούνται στην ομιλούσα μνήμη της περιοχής. Εκ πρώτης δε όψεως φαίνεται παράδοξο, που έργα γραμμένα από φιλοεαμικούς αυτόπτες της περιοχής (Πιτσέλη 1999, Δημητριάδης 2001) αναφέρουν ελάχιστα, αν όχι τίποτα για τους πρασινοντυμένους στρατιώτες του Πούλου. Η απουσία αυτή εξηγείται από προσωπικούς και ιδεολογικούς λόγους α) από μια διαπρύσια επιθυμία να μη δυσαρεστήσουν όσους από τους Πουλικούς ή τους επιγόνους των ζουν στην περιοχή και β) η, εκ των άνωθεν τις περισσότερες φορές, συμβουλή να αποφεύγουν λεπτομερείς σκιαγραφήσεις των αντιπάλων του ΕΑΜ. Ο εχθρός δεν πρέπει να αποτελείται από υπαρκτά πρόσωπα, η αρίθμηση των οποίων εξασθενίζει τη ριζωμένη –αλλά αστήρικτη- άποψη ότι οι αντάρτες απολάμβαναν της καθολικής αποδοχής του λαού. Διότι αν γίνει αποδεκτό ότι υπήρχαν (πολλοί και συγκεκριμένοι) αντιεαμίτες, αναβλύζει ατόφιο το ερώτημα: γιατί αρκετοί άνθρωποι, χωρικοί και αστοί, γύρισαν τις πλάτες τους στην «επανάσταση» κι έλαβαν ενεργά μέρος εναντίον της, στο πλευρό μάλιστα των Γερμανών;
Δυστυχώς κανένας οπλίτης του Εθελοντικού Σώματος δεν έγραψε ως τώρα για τη ζωή του ή για τα κριτήρια που διάλεξε να ντυθεί γερμανικά, ώστε να υπάρχει ένα ισοζύγιο πληροφοριών, απαραίτητο στην επιστήμη της Ιστορίας. Το δυσεύρετο βιβλίο του απότακτου αντισυνταγματάρχη Πούλου (ΓΒ, Έθνος 21.8.43/3) και τα διάσπαρτα άρθρα του σε εφημερίδες της εποχής (Δορδανάς 2002:196), πλεγμένα στον καμβά της πολιτικής επικοινωνίας, δε ρίχνουν φως στα βάθη της ανθρώπινης καθημερινότητας. Ακόμα και οι μεταπολεμικές αντικομουνιστικές εφημερίδες καμία σχεδόν σχετική λεπτομέρεια δεν κομίζουν, ενώ οι ελάχιστες δίκες των Πουλικών -με την εξαίρεση ενός εθελοντή στρατιώτη από το Φιλώτα- είναι απελπιστικά άδειες. Στη σπανιότητα των πηγών συνεισέφεραν και αρκετοί κρατικοί τότε υπάλληλοι, αφού μια μελλοντική π.χ. δίκη, κατά την οποία θα εξετάζονταν φόνοι εαμιτών από Πουλικούς, δεν έφτασε ποτέ στα έδρανα και ένας από τους απορριπτικούς λόγους ήταν ότι ο μηνυτής είχε καταθέσει την αίτησή του «την προτεραίαν της λήξης των μηνύσεων» (ΕΔΔΚ, β.1/1949)!


2. ο δαίδαλος των προτιμήσεων

Ως λόγοι κατάταξης στο αντιεαμικό στρατόπεδο έχουν (σωστά) προβληθεί οι εξάψεις των περιπετειών, η προσμονή του πλουτισμού, οι απειλές των ανταρτών και το αδιέξοδο της επιβίωσης (Δορδανάς 2004). Δεν είναι βέβαια οι μόνοι. Είναι αξιοσημείωτο όμως ότι οι ίδιοι ακριβώς αναφερόμενοι λόγοι ίσχυαν και για την ένταξη στον ΕΛΑΣ, αν η προηγούμενη γενική «των ανταρτών» αντικατασταθεί απλώς με την αντίστοιχη «των Γερμανών» ή «των Παοτζήδων». Γιατί ένας 22χρονος αρτεργάτης από την πόλη της Κοζάνης κατατάχτηκε στο Σώμα του Γεωργίου Πούλου, που πέρασε χωρίς να σταθμεύσει καθόλου μέσα στην Κοζάνη (ΛΞ, πθ44/1945) και δεν προτίμησε τον ΕΛΑΣ; Και μια ακόμα πιο σύνθετη περίπτωση: ο τουρκόφωνος κοινοτάρχης -και συνδικαλιστής- του χωριού Πελαργός της Εορδαίας υποστήριξε στην αρχή «φανατικά» το ΕΑΜ, για να συνοδοιπορήσει μετά με τους Πουλικούς (ΕΔΔΚ, απ.91/1946) και λίγο αργότερα να ενταχθεί στην εθνικιστική μονάδα του χωριού του χάνοντας οικτρά τη ζωή του το Δεκέμβρη του 1944, ύστερα από βασανιστήρια μέσα στην Πτολεμαϊδα (Τ.Α. 2002). Δεν ήταν βεβαίως ο μόνος που διέτριψε σε γκρίζες ζώνες, καθώς κι άλλοι Εορδαίοι είχαν χρηματίσει αντάρτες του ΕΛΑΣ πριν καταταχτούν στον Πούλο (Κ.Γ. 2002), ενώ μερικοί πρώην γερμανοντυμένοι επέλεξαν να περάσουν στον ΕΛΑΣ (Τ.Α. 2002). Πώς έλαβαν χώρα οι επιλογές και ιδιαίτερα πώς συνδέονται οι μεταμορφώσεις μεταξύ τους;

Έτοιμη από καιρό έρχεται στα στόματα των επιζώντων Πουλικών της Εορδαίας η απάντηση ότι κατατάχτηκαν στο αντιεαμικό τάγμα, επειδή «φοβούνταν» άμεσα ή έμμεσα τον ΕΛΑΣ (Π.Ν. 2004). Μια τρανταχτή περίπτωση οικοδομεί τη βάση της ρήσης –αν αποδειχτεί πράγματι ο ακριβής χρόνος κατάταξης: το Φλεβάρη του 1944 εφτά μεσήλικες πρόσφυγες, κάτοικοι του πεδινού χωριού Χαραυγή, απήχθησαν από τους αντάρτες κι εκτελέστηκαν στη διπλανή σλαβόφωνη Ερμακιά (ΕΕ, Εκθέσεις 268-73, ΙΑΜ, ΓΔΔΜΦ.1/3Βασιλεία Κ.), οπότε ύστερα από αυτό ένας 37χρονος αγρότης, αδερφός κι εξάδελφος δύο θυμάτων, κατέφυγε στην Πτολεμαΐδα και ντύθηκε στα γερμανικά (Μ.Σ. 1999) Από το ίδιο χωριό όμως είχαν καταταχτεί στο τάγμα του Πούλου δέκα μήνες πιο πριν κι άλλοι αγρότες της Χαραυγής και η αρχή είχε γίνει στα τέλη του Απρίλη 1943, όταν αντάρτες κατέλαβαν το Σταθμό της Χωροφυλακής και χτύπησαν ένα σπίτι του χωριού, μέσα στο οποίο εόρταζαν οπλοφόροι μιας άλλης ανταρτικής οργάνωσης, της ΕΚΑ (Ένωσις Κοινωνικής Αμύνης). Ξεφεύγοντας τότε ένας από τους αντικομουνιστές οπλοφόρους, έφεδρος λοχίας επ΄ ανδραγαθία στο Αλβανικό (ΕΕ, Έκθεσις 362/1946), εντάχτηκε στο Σώμα του Πούλου, ενώ έτερος προτίμησε την οργάνωση των αξιωματικών ΥΒΕ -Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος (Π.Χ. 1999).

Όσο αυξάνει η γνώση των γεγονότων, τόσο τα ερωτήματα πληθαίνουν. Γιατί οι αναφερόμενοι δύο ομοϊδεάτες της ΕΚΑ διάλεξαν διαφορετικό δρόμο, ο ένας αντάρτης στο βουνό κι ο άλλος κυνηγός ανταρτών στην πόλη; Και για να θερμανθεί περισσότερο η ατμόσφαιρα: γιατί δύο αδέρφια από το ίδιο χωριό ντύθηκαν, ο ένας «σιτιάρχης» στον Πούλο (Μ.Σ. 1999) κι ο άλλος αντάρτης, σωματοφύλακας του Εγγλέζου συνδέσμου στο Βίτσι Πάτρικ Έβανς (KCLMA, Evans, box3/6/1); Να γιατί μια χαρτογράφηση των αιτιών, ζουμάροντας συνεχώς το φακό πάνω στα πρόσωπα με φόντο το αγροτικό, κατοχικό τοπίο είναι άκρως απαραίτητη.

3. ψυχικές δομές και γεωγραφικά δεδομένα

Ένα από τα κίνητρα ένταξης στο Σώμα του Πούλου ήταν η εκδίκηση και εκπρόσωπός της στην Εορδαία ήταν σίγουρα ο Αποστόλης, 30χρονος πρόσφυγας από το πεδινό χωριό Φιλώτας, που η ευκολία με την οποία πατούσε τη σκανδάλη του γερμανικού του όπλου έγινε παροιμιώδης. Συνήθης οικογενειάρχης, είχε μηνυθεί από έναν συγχωριανό του τον πρώτο χειμώνα της Κατοχής και καταδικάστηκε για καταστρατήγηση των ορίων των χωραφιών (ΕΕ, ΑΜΠ, Απόφασις 159/1941), πράξη για την οποία είχε υποστεί δημόσιο ράπισμα από τον κοινοτάρχη του χωριού του (Τ.Σ. 2001). Όταν άρχισαν να ακούγονται αντάρτες στην περιοχή, ο αντίδικός του βρέθηκε σκοτωμένος (ΕΕ, Έκθεσις 168/1946) και ο Αποστόλης, που μάλλον οι υποψίες θα έπεφταν επάνω του, κατατάχτηκε στο τάγμα του Πούλου, προλαμβάνοντας μια νέα δίκη. Πριν περάσουν τρεις μήνες ο ΕΛΑΣ εκτέλεσε τέσσερις γνωστούς του Αποστόλη που σχετίζονταν με την οργάνωση ΥΒΕ/ΕΚΑ (Καλλιανιώτης 2002:http) και η τοπική ΟΠΛΑ ενέδρευσε μερικές φορές τον ίδιο, τόσο άστοχα όμως, ώστε να αναρωτιούνται ακόμη και σήμερα μερικοί κάτοικοι αν πράγματι ήταν επιθυμητός ο θάνατός του, αφού οι πράξεις του έσπρωχναν άνετα τον κόσμο στην αγκαλιά του ΕΑΜ (Τ.Σ. 2001).
Έκτοτε ο Αποστόλης αφήνιασε και άρχισε να παίζει με πρωτόγνωρη μαεστρία το κομπολόι των φόνων. Ο κοινοτάρχης, έξι χωριανοί, δύο «μαυραγορίτες» Αθηναίοι, κι ο θείος του ακόμα, έχασαν τη ζωή τους (Καλλιανιώτης 2002:http). Ακολούθησαν άλλοι στον κάμπο της Ημαθίας (ΔΒΘ, Ελληνικός Βορράς 5.12.47/3), έτεροι μάλλον στα Γιαννιτσά, ενώ ακόμη και κατά τη μακρά πορεία των Πουλικών προς την Αυστρία (πέντε περίπου μήνες) ο Αποστόλης δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από την αποκτηθείσα (ή υπολανθάνουσα) έξη του σκοτώνοντας ακόμη και τον υποδιοικητή του στο τάγμα του Πούλου (Π.Ν. 2004). Για τη μεταμόρφωση του Αποστόλη σε φονιά είναι άδηλο τι έπαιξε κύριο ρόλο. Πιθανόν το εξωτερικό φόντο του σκηνικού, οι απειλές δηλαδή των ανταρτών, ίσως όμως και η εσωτερική δομή του ψυχικού του κόσμου, όπου το συναίσθημα της εκδίκησης καλύπτονταν κάτω από λεπτές πολιτισμικές προσχώσεις. Ούτε οι κρατικοί ψυχίατροι, που εφάρμοσαν επάνω του δεκάδες ηλεκτροσόκ (ΨΝΘ, ΑΦΑ/ΑΜ4293), φαίνεται να βρήκαν απαντήσεις.

Αν απομακρυνθούμε από τα γεγονότα και με τη συντροφιά ενός ιστορικού σάκου ανεβούμε στην αλπική ζώνη ενός από τα όρη που περισφίγγουν την Εορδαία, δε μπορεί να μην παρατηρήσουμε ότι η γεωγραφία του τόπου, οι αρτηρίες και οι κόμβοι (Κολιόπουλος 1995:Α 74) ερμηνεύουν ακόμη πληρέστερα τις αιτίες υποστήριξης ή ένταξης των αγροτοποιμένων στη «γερμανοντυμένη αντεπανάσταση» (Κωστόπουλος 2002:182). Ερχόμενος ο Πούλος στην περιοχή φρόντισε εκτός από την έδρα της Πτολεμαΐδας και μια ομάδα στο Αμύνταιο, να στήσει φυλάκια σε επίκαιρα σημεία: στον Πελαργό (δρόμος για την Έδεσσα), στη Γαλάτεια (οδός προς Φλώρινα), στην Άρδασσα (δρόμος για το Βόιο -Γρεβενά και στην ορεινή Κλεισούρα (οδός προς Καστοριά) –στην Κλεισούρα έμενε ο λοχαγός του Πούλου Ανδρέας Παναγιωτόπουλος, ηλικιωμένος οπλοφόρος της μακεδονικής διαμάχης (Χονδροματίδης 2001:76-7). Οι επισταθμίες αυτές λειτουργούσαν παράλληλα ως προωθημένα φυλάκια πληροφοριών και σε περίπτωση ανάγκης σαν προκεχωρημένες θέσεις απέναντι στα ανταρτοκρατούμενα βουνά Βέρμιο, Βίτσι, Σινιάτσικο και Μουρίκι αντίστοιχα. Ίσως όμως η πιο βασική τους λειτουργία ήταν ο έλεγχος της διακίνησης του σιταριού από τον πλούσιο κάμπο της Εορδαίας προς τα ορεινά, στενεύοντας τη διατροφή των ανταρτών (KCLMA, Evans, box 3/6/1), ενώ παράλληλα οι πρασινοντυμένοι αντικομουνιστές διατείνονταν ότι προστάτευαν τη σοδειά των κατοίκων από την απλήρωτη αρπάγη του ΕΛΑΣ.
Στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας τον Πούλο υποστήριζε και η κατοχική Ελληνική Πολιτεία, οπότε η κάθε επαφή μαζί του ήταν, για όσους (και ήταν πολλοί οι πεδινοί) θεωρούσαν τον κομουνισμό μεγαλύτερο πρόβλημα από τους Γερμανούς, πατριωτική πράξη (ΔΒΘ, Ελληνικός Βορράς 7.12.47/5). Όσον αφορά στην καθημερινότητα οι Πουλικοί ερχόμενοι σε φιλική επαφή με τους κατοίκους, ενίσχυαν την τοπική οικονομία ξοδεύοντας αφειδώς το μισθό τους για έναν περίπου χρόνο που έμειναν στην περιοχή. Μόλις δε έπεσαν οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές του 1943 και κόπασαν οι αντιανταρτικές επιχειρήσεις, οχτώ υπαξιωματικοί και πέντε στρατιώτες του Σώματος Πούλου έβαλαν τα πρώτα στέφανα του γάμου σε ναούς της περιοχής (ΕΕ, Εκθέσεις 242κε/1943-44), δείγμα της αποδοχής των εθελοντών (των ξένων γαμπρών εν προκειμένω) από την τοπική κοινωνία.

4. στατιστικές και συμπεράσματα

Με τη γεωγραφία συναρτάται κάποτε και η συγκυρία: πριν ακόμα γνωστοποιήσουν την εμφάνισή τους στα ορεινά περίγυρα χωριά, οι αντάρτες αποτραβήχτηκαν στην Πίνδο επιστρέφοντας μόνο στο τέλος του 1943. Αυτά τα δύο ζωτικά τετράμηνα οποιοσδήποτε ζωηρός διψούσε για δράση ή ένιωθε γαστριμαργικά αδύναμος είχε μπροστά του μια μόνο απτή επιλογή, το Ελληνικόν Εθελοντικόν Σώμα του Πούλου, εμπειροπόλεμο, καλοντυμένο και καλοθρεμμένο (όντας εξάρτημα του γερμανικού στρατού), που επιπλέον πρόσφερε και μισθό. Έτσι ορισμένοι νεαροί Αθηναίοι, ερχόμενοι στην περιοχή τον καιρό της πείνας, που ίσως περνούσαν στον ΕΛΑΣ, κατατάχτηκαν στον Πούλο. Από το Καρυοχώρι π.χ., χωριό στη μέση του κάμπου, γερμανοντύθηκαν δύο, εξ ων ο ένας, ο Γιάννης, ένα «φιλότιμο» κατά την άποψη ενός χωρικού, παιδί, σκοτώθηκε αργότερα στα Γιαννιτσά (Α.Χ. 2003).
Δεν ξεπερνούσαν τις τέσσερις δεκάδες οι Εορδαίοι που εντάχθηκαν μόνιμα στο Σώμα του Πούλου (το 1/6 περίπου του συνόλου) και όταν αυτό μετεγκαταστάθηκε στη Βέροια και την Κρύα Βρύση για έξι περίπου μήνες, δεν το ακολούθησαν όλοι (Τ.Α. 2002). Στην πλειονότητά τους ήταν αγρότες και ποιμένες, εκτός από ένα ράφτη, ένα μεσίτη καπνών (ΕΕ, Έκθεσις 212/1946) κι έναν απόφοιτο Γυμνασίου (Π.Λ. 2002). Πόντιοι, Θρακιώτες και Μικρασιάτες όλοι τους, εκτός από έναν 50χρονο -τον μεγαλύτερο μάλλον στην ηλικία οπλίτη- που είχε έρθει από το Καρς του Καυκάσου (ΕΔΔΚ, β.63/1947). Πριν καταταγούν οι Πουλικοί ζούσαν στο Ανατολικό, Αντίγονο, Άρδασσα, Ασβεστόπετρα, Γαλάτεια, Κομνηνά, Κρυόβρυση, Μανιάκι, Πελαργό, Πτολεμαϊδα, Φιλώτα και Χαραυγή. Φυλακίστηκε βαριά μόνον ο Αποστόλης (ΨΝΘ, ΑΦΑ/ΑΜ4293), ενώ λίγο καιρό κρατήθηκαν ο ράφτης κι ο καπνομεσίτης (ΓΒ, Φ.69/6/453). Οι υπόλοιποι αθωώθηκαν πριν τελειώσει ο κυρίως Εμφύλιος, στον οποίο συμμετείχαν στο πλευρό (πάλι) της κυβέρνησης.

Αν και η (εκούσια ή ακούσια) έλλειψη των πηγών δυσχεραίνει την ενδελεχή διερεύνηση του θέματος, φαίνεται ότι η ένταξη στα στρατόπεδα της εποχής οφείλονταν σε προσωπικές επιλογές, εξαρτώμενες από τη συγκυρία. Στο Πούλο κατατάχτηκαν Εορδαίοι σπρωγμένοι από βιοτικές ανάγκες, φόβο, πολεμικό μένος ή συναισθηματικές εξάρσεις. Έχει ειπωθεί ότι οι αντικομουνιστές οπλίτες, ανάμεσά τους και οι Πουλικοί, ελκύστηκαν στη «γοητεία του ναζισμού» (Μαργαρίτης 2004) κατόπιν καθοδηγητικών επισκέψεων αξιωματικών ή χωροφυλάκων από την πόλη, αλλά αν γίνει αποδεκτή η άποψη, οδηγείται κανείς στο συμπέρασμα ότι πράγματι ο ναζισμός της εποχής ακτινοβολούσε μια τεράστια γοητεία! Όμως δεμένοι οι Πουλιατζήδες με τη γη και τα ζώα της υπαίθρου και με λίγες γραμματικές γνώσεις προικισμένοι, δεν γνώριζαν από πρώτο χέρι την ιδεολογία αυτή, έτσι ώστε να την αποδεχθούν και όσοι μάλιστα είχαν χρηματίσει εαμίτες και ελασίτες είχαν ίσως ακούσει ή διαβάσει για την αντίπαλη μόνο, του κομουνισμού.
Η υπόθεση ότι οι αντικομουνιστές, ιδιαίτερα οι Πουλικοί στρατιώτες, είχαν λάβει συμβουλές ή εντολές προερχόμενες από την Ελληνική Πολιτεία ή από την αντικομουνιστική ελίτ των πόλεων, στερείται αποδείξεων, διότι εν προκειμένω στην Εορδαία η τοπική διοικητική, (εφεδρο)στρατιωτική και οπλαρχηγική ελίτ κάθε άλλο παρά φιλοναζιστική ήταν: ο ανώτατος άρχων της επαρχίας, ένας Βλάχος ταγματάρχης ΜΧ, ελάχιστες μέρες πριν έρθουν οι Πουλικοί, εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ, κατόπιν απαγωγής του (Γραμματικόπουλος 2001), ενώ ο δήμαρχος της Πτολεμαϊδας δολοφονήθηκε από τους Γερμανούς το καλοκαίρι του 1943 (Μανάδης 2000:303), μάλλον επειδή αντιδρούσε στην πολιτική των. Ο πρώην διοικητής του 50ού συντάγματος του πρώην Ελληνικού Στρατού, ένας Σλαβομακεδόνας συνταγματάρχης ΠΖ από το Ξινό Νερό, υπήρξε από νωρίς υπεύθυνος της ΥΒΕ –και της ΠΑΟ μετέπειτα- Δυτικής Μακεδονίας (Παπαθανασίου 1997:Α308-10), ενώ ο πρόεδρος του τοπικού συνδέσμου αναπήρων και θυμάτων, ένας «καταφερτζής» Καυκάσιος από την Ποντοκώμη (ΕΣΑΘΠΕ, π.σ. 3,18/1943) εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ. Από το άλλο άκρο ο οπλαρχηγός Φραγκίσκος Κολλάρας επιστράτευε στην Εορδαία από τα μέσα του 1943 αντάρτες στην ΠΑΟ (Κολιόπουλος 1995:Α297, Μαραντζίδης 2001:127, Π.Γ. 2004), η δε τοπική προπολεμική ΕΕΕ (Εθνική Ένωσις Ελλάς) σπαταλιόταν σε χορούς και παρελάσεις (ΙΣΚΠ, Επαρχιακή Φωνή 2.7.33/4) πριν ατονήσει πολύ πριν από την Κατοχή.

Παρομοίως ασταθής είναι και η άποψη ότι οι Εορδαίοι πρόσφυγες κατατάχτηκαν στον Πούλο από «εθνοτικά» κριτήρια, εγράφη μάλιστα πως ο Πούλος απειλούσε «να εξοντώσει όλους τους σλαυόφωνους» (Εγκέισκα 1971:337) και ότι «ενίοτε πετσόκοβε τη μαζική (εθνοτική)» τους βάση (Κωστόπουλος 2002:183). Θα δυσκολευόταν όμως πρώτα να τους βρει, αφού αποτελούσαν μειοψηφία (16%) στην Εορδαία (ΔΒΚ, Φ.150Β/Α/104/33) κι έπειτα οι σλαβόφωνοι της περιοχής, σύμφωνα με έναν οξύνουν παρατηρητή, ποτέ δεν παραμελούσαν «να στρίβουν κατάλληλα τα πανιά τους σε κάθε άνεμο που φυσούσε» (PRO, FO371/1945). Σ΄ αυτή την περίπτωση οι επιδρομές των στρατιωτών του Πούλου (μαζί με Γερμανούς και αντικομουνιστές οπλίτες της Κοζάνης) εναντίον της σλαβόφωνης Ερμακιάς δεν είχαν ως κύρια βάση το εθνοτικό μίσος για έναν πολύ απλό λόγο: η Ερμακιά χρησιμοποιούνταν ως ορμητήριο του ΕΛΑΣ εναντίον των οπλισμένων αντικομουνιστικών χωριών και γι αυτό έπρεπε να εκλείψει παρόμοια όπως είχαν διαλυθεί κι άλλα χωριά είτε προσφυγικά (Μεσόβουνο, Ποντοκώμη) είτε αρβανίτικα (Λέχοβο) είτε βλάχικα (η Κλεισούρα λίγο αργότερα).
Ανήκε λοιπόν κατά κύριο λόγο στον κύκλο των προσωπικών πρωτοβουλιών η ένταξη των κατοίκων της Εορδαίας στο αντιανταρτικό Σώμα του Πούλου, χωρίς ιδεολογικές ή συμβουλευτικές παροτρύνσεις από τα πάνω, ενώ άφθονα πρόσφερε την αρωγή του ένα συγκυριακό, ομιχλώδες τοπίο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Αρχεία


ΓΒ (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη), Αρχείο Φ. Δραγούμη, Φ.59.3, Έθνος, εβδομαδιαία εφημερίς εν Φλωρίνη, ιδιοκτήτης Σ. Μ. Κωνσταντινίδης, 1943
ΓΒ, Αρχείο Φ. Δραγούμη, Φ.69, Πολιτικά –Εθνικά –Βουλευτικά (1945 -1946)
ΔΒΘ (Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης), Ελληνικός Βορράς, ημερησία πρωινή εφημερίς της Θεσσαλονίκης, ιδρ: Π. Λεβαντής, διευθ: Β. Μεσολογγίτης, 1945 -1962

ΔΒΚ (Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης), Φ.150Β/Α/104/33, Κατάστασις εμφαίνουσα το σύνολον των κατοίκων της επαρχίας Εορδαίας, Επαρχείο Εορδαίας, αρ. 1088/44, Πτολεμαϊδα 10.7.44
ΕΔΔΚ (Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Κοζάνης), Βουλεύματα 1947 -49 κι Αποφάσεις 1946

ΕΕ ΑΜΠ (Ειρηνοδικείο Εορδαίας -Αρχείο Μονομελούς Πλημμελειοδικείου), Αποφάσεις 1941

ΕΕ, (Ειρηνοδικείο Εορδαίας), Εκθέσεις και πράξεις 1943 -46

ΕΣΑΘΠΕ (Εθνικός Σύνδεσμος Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου Εορδαίας), πρακτικά συνεδριάσεων Δ.Σ. 1943 (με την αρωγή του Κοσμά Πουγαρίδη)
ΙΑΜ (Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας), Γενική Διοίκηση Δυτικής Μακεδονίας), Φ.1, Δηλώσεις ζημιών εκ του πολέμου προς Υπουργείο Οικονομικών
ΙΣΚΠ (Ιδιωτική συλλογή Κοσμά Πουγαρίδη), Επαρχιακή Φωνή 2.7.33/4
KCLMA (Kings College London –Military Archive), GB99, Evans, box 3,

ELAS papers

ΛΞ (Ληξιαρχείο Κοζάνης), πράξεις θανάτου 1945
PRO FO (Public Records Office –Foreign Office) 371 /48287/R20411/25-6, Cabinet distribution from Salonica to Athens No 75/13.11.45
ΨΝΘ (Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης), Ατομικοί Φάκελοι Ασθενών

2. Έντυπα και σελίδες

Δημητριάδης Ιορδάνης (2001), Πως για; 1935-1995, Αθήνα
Δορδανάς Ευστράτιος (2002), Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941 -1944, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο τμήμα Ιστορίας, προσφορά του συγγραφέα)
Δορδανάς Στράτος (2004), «Οι αντίπαλοι του ΕΛΑΣ στην περιοχή των Γιαννιτσών», ανακοίνωση στην ημερίδα των Γιαννιτσών 17.10.04 (έντυπη προσφορά του συγγραφέα)

Εγκέισκα Μακεντόνια βο νομπ (1971), Σκόπια: Αρχίβ να Μακεντόνια, τ.1
Καλλιανιώτης Αθανάσιος (2002), «Ο Εμφύλιος στη ΒΑ Εορδαία: 1943 -1949», http://gym-filot.flo.sch.gr/library/ISTORIA%20FILOTA.htm
Κολιόπουλος Ιωάννης (1995), Λεηλασία φρονημάτων: το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία 1941 –1944, Θεσσαλονίκη: Βάνιας, τ. Α΄, έκδ. β΄ (προσφορά του συγγραφέα)
Κωστόπουλος Τάσος (2002), Η απαγορευμένη γλώσσα, κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία, Αθήνα:

Μαύρη Λίστα

Μανάδης Νικηφόρος (2000), Εορδαία, ένας αιώνας, Πτολεμαϊδα: Δήμος Πτολεμαϊδας
Μαραντζίδης Νίκος (2001), Γιασασίν Μιλλέτ, Ζήτω το Έθνος, Προσφυγιά, Κατοχή και Εμφύλιος: εθνοτική ταυτότητα και πολιτική συμπεριφορά στους Τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους του Δυτικού Πόντου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Μαργαρίτης Γιώργος (2004), «Η απροσδόκητη γοητεία του ναζισμού στην κατοχική Ελλάδα», ανακοίνωση στην ημερίδα των Γιαννιτσών 17.10.04
Παπαθανασίου Παρμενίων (1997), Για τον Ελληνικό Βορρά, Μακεδονία 1941 –44, Εθνική Αντίσταση και τραγωδία, το ανέκδοτο αρχείο –ημερολόγιο του ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, ιδρυτικού μέλους της ΥΒΕ/ΠΑΟ, τ. Α΄, έκδ. β΄, Αθήνα: Παπαζήσης (προσφορά του συγγραφέα)
Πιτσέλη –Τσικοπούλου Αναστασία (1999), Τζουμά, Το χωριό που το έλεγαν Ευτυχία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Σκερκέμης Λάμπρος (1951;), «Η Δυτική Μακεδονία», κλίμαξ 1:250.000, Κοζάνη: Γκαβανάς (προσφορά Άνθιμου Οκουζίδη)

Χονδροματίδης Ιάκωβος (2001), Η μαύρη σκιά στην Ελλάδα: εθνικοσοσιαλιστικές και φασιστικές οργανώσεις στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και της γερμανικής κατοχής (1941 -1944), Αθήνα: Στρατιωτική Ιστορία

3. Συνεντεύξεις

Α. Χαρίλαος (2003), αγρότης Καρυοχωρίου (γενν. Βαρενού Πόντου 1919)
Γ. Παναγιώτης (2001), επονίτης –εργολάβος (γενν. Ποντοκώμη 1929)
Κ. Γεώργιος (2002), αντάρτης ΕΛΑΣ Σινιάτσικου -αγρότης (γενν. Άρδασσα 1925) 26.1.02

Μ. Σταύρος (1999), δεκανέας ΕΕΣ Γ. Πούλος –βιομηχανικός εργάτης (γενν. Κερμένι Αν. Θράκης 1907)

Π. Γεώργιος (2004), οπλίτης ΠΑΟ/ επιτελής ΕΕΣ Εορδαίας, αγρότης (γενν. Ντεμπερδές Προύσας 1921)

Π. Νίκος (2004), στρατιώτης ΕΕΣ Γ. Πούλος –αγρότης (γενν. Κρυόβρυση 1925)
Π. Λεμονιά (2002), αγρότισσα (γενν. Ανατολικό 1926)

Π. Χρήστος (1999), αδερφός οπλίτη ΕΚΑ –αγρότης (γενν. Χαραυγή 1926)

Τ. Αλέξανδρος (2002), αντάρτης ΕΛΑΣ Πιερίων –αγρότης, (γενν. Πελαργός 1925)

Τ. Σωτήριος (2001), επονίτης – αγρότης (γενν. Φιλώτας 1925)

* Στις συνεντεύξεις δηλώνεται το αρχικό του επωνύμου, το όνομα, ο χρόνος συνομιλίας,

η παλαιά ιδιότητα του καταθέτη, το σημερινό επάγγελμα, ο τόπος και το έτος γέννησής του