Τα ντοκουμέντα μιας ελληνικής τραγωδίας

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1944

Τα ντοκουμέντα μιας ελληνικής τραγωδίας

Επίσημα έγγραφα και δημοσιεύματα εφημερίδων για τη μεγαλύτερη δοκιμασία της νεότερης Ελλάδας.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΟΜΑΗ | Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2006

αναδημοσίευση από :http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=78&artid=177699&dt=17/12/2006

«Το αρχόμενον νέον έτος ευρίσκει την πατρίδαν μας υπό την τραγικωτέραν δοκιμασίαν την οποίαν αύτη υπέστη από της Παλιγγενεσίας της». Ετσι άρχιζε ένα δραματικό τηλεγράφημα του Φίλιππου Δραγούμη, υφυπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, τον μακρινό εκείνο, μαύρο Δεκέμβρη του '44, όταν η χώρα προτού καλά καλά νιώσει τη γλυκιά χαρά της ελευθερίας βυθιζόταν στη δίνη του εμφύλιου σπαραγμού.

Οσο ψύχραιμη ματιά κι αν διαθέτει κανείς, δεν μπορεί παρά να αποδεχθεί ότι η ελληνική ιστορία υπήρξε γεμάτη ρέκβιεμ πόνου και ήττας που διαδέχθηκαν στιγμές νίκης και εθνικής ανάτασης. Στα νεότερα χρόνια, ως κορυφαίες συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία η Μικρασιατική καταστροφή και ο ελληνικός εμφύλιος, που κόστισαν βαρύ φόρο αίματος στη χώρα. Απόδειξη ότι ακόμη και ο ξένος Τύπος κατέφευγε σε έλληνες τραγικούς για να περιγράψει το ελληνικό δράμα που ουσιαστικά ξεκινούσε το φθινόπωρο του 1944 με τη νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού στο έδαφος της Ιταλίας και τη λήξη του πολέμου.

«Αξια ενός Ευριπίδη» χαρακτήριζε η εφημερίδα «New York Herald Tribune» στις 24 Σεπτεμβρίου του 1944 την απελευθέρωση της Ιταλίας από τον ελληνικό στρατό και τον κυματισμό της ελληνικής σημαίας πάνω στο ταχυδρομικό μέγαρο του Ρίμινι (Ν. Λέλης από Ν. Υόρκη ΑΠ 20280). Της Ιταλίας που λίγα χρόνια πριν, τον ίδιο πάνω-κάτω μήνα - «άλλη μία ειρωνεία» κατά τον συντάκτη του άρθρου - «έστελνε με απόφαση του Ντούτσε τα παιδιά της για ένα πικνίκ στην Αττική. Ολα αυτά πριν οι Εύζωνοι γίνουν γνωστοί σ' όλον τον κόσμο, πριν οι Γερμανοί καθυποτάξουν τη χώρα, πριν τα ελληνικά συντάγματα μοιρασθούν τη δόξα του Ελ Αλαμέιν, πριν το ελληνικό ναυτικό λάβει μέρος στην απόβαση στη Νορμανδία, την D-Day. Σήμερα ο ανασυγκροτημένος ελληνικός στρατός και η αεροπορία της Ελλάδας απελευθερώνουν την ιταλική επικράτεια από τους φασίστες κι η ελληνική κυβέρνηση εγκαθίσταται σε ιταλικό έδαφος. Ο Αριστοφάνης θ' αντίκριζε την εικόνα αυτή με μία σαρδόνια ικανοποίηση».

Και κατέληγε το άρθρο: «Τη μεγάλη δοκιμασία της χώρας θα χρειαζόταν η μεγαλοφυΐα του μεγαλύτερου ίσως έλληνα τραγικού ποιητή για να περιγράψει. Ακόμα όμως κι ένας Ευριπίδης θ' αδυνατούσε να δώσει στην ελληνική τραγωδία ένα happy ending». Προφητικός, χωρίς άλλο, ο ανώνυμος αρθρογράφος, συμπληρωνόταν από την έκκληση, επώνυμη, του τότε πρωθυπουργού της χώρας Γ. Παπανδρέου πέντε ημέρες πριν, από τη Νάπολι της Ιταλίας, στις 19 Σεπτεμβρίου.

«Ηλθεν η μεγάλη ώρα! Εξ ονόματος της κυβερνήσεως στέλλομεν προς υμάς τους εγκαρδίους απελευθερωτικούς χαιρετισμούς μας. Εντελλόμεθα όλους τους κυβερνητικούς υπαλλήλους να παραμείνουν εις τας θέσεις των και εις τας αστυνομικάς δυνάμεις να διατηρήσουν την τάξιν μέχρις ου φθάσουν οι αντιπρόσωποι της κυβερνήσεως, εις των οποίων τας διαταγάς πρέπει να υπακούουν. Ζήτω η Ελλάς!» (ΑΠ 20282, Ν. Λέλης από Ν. Υόρκη 25 Σεπτ. 1944)

Και ενώ στην Ελλάδα άνοιγε, όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ο δρόμος της ανασυγκρότησης, η μοίρα επεφύλασσε διαφορετική τύχη για τον βασανισμένο λαό της. Τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς, προτού καν προλάβουν να ξεραθούν οι δάφνες των πολυάριθμων αγωνιστών του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ, ο σπόρος της διχόνοιας και ο αγώνας για επικράτηση με όλα τα μέσα σήμαινε ένα νέο ξεκίνημα, αδελφοκτόνας, τη φορά αυτή, πάλης.

Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944 δύσκολα μπορούν να ερμηνευθούν αποκομμένα από τη διεθνή πραγματικότητα και τις εσωτερικές ισορροπίες δυνάμεων όπως διαμορφώθηκαν ενώ ακόμη διαρκούσε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Η γεωπολιτική θέση της χώρας στον μεταπολεμικό χάρτη της Ευρώπης θα την καθιστούσε σκηνικό σύγκρουσης ανάμεσα στους δύο κόσμους, ανάγοντας τον ελληνικό εμφύλιο στην πιο σκληρή μάχη του Ψυχρού Πολέμου, που μόλις άρχιζε.

Στο πρώιμο εκείνο στάδιο, δύο ήταν οι δυνάμεις που συνέβαλαν η καθεμία με τον δικό της τρόπο οδηγώντας τα ελληνικά πράγματα στα άκρα: η Μ. Βρετανία και η Σοβιετική Ενωση.

Η πρώτη διατηρώντας τα στρατεύματά της στην Ελλάδα και η δεύτερη για την ουδέτερη στάση της προς τον ελληνικό εμφύλιο. Μπορεί σήμερα με το άνοιγμα των αρχείων της πρώην ΕΣΣΔ και του ΚΚ της Βουλγαρίας να μαθαίνουμε από τις σελίδες του προσωπικού ημερολογίου του Γκ. Ντιμιτρόφ ότι σε συνομιλία του εκείνη την εποχή με τον Στάλιν ο τελευταίος τού είχε πει «ο ελληνικός εμφύλιος είναι μία βλακεία», αλλά ο Ντιμιτρόφ τότε, χωρίς αμφιβολία με την ανοχή του Στάλιν, ενεθάρρυνε τους Ελληνες που έρχονταν σε επαφή μαζί του να συνεχίσουν τον αγώνα.

Η συμφωνία των ποσοστών που είχε κλειστεί μεταξύ Στάλιν και Τσόρτσιλ στις 9 Οκτωβρίου 1944 στη Μόσχα για έλεγχο των μεγάλων στη Βαλκανική ευθυνόταν αποκλειστικά για τη στάση του Στάλιν, ο οποίος πολύ σωστά έκρινε ότι πιθανή εμπλοκή του στις ελληνικές υποθέσεις μπορεί να αποδεικνυόταν εξαιρετικά ζημιογόνα σε άλλους τομείς και έτσι, ενώ έμμεσα ενεθάρρυνε τον ΕΛΑΣ, ουδέποτε του παρέσχε ουσιαστική ενίσχυση ή υποστήριξη.

Από την άλλη, ο Τσόρτσιλ, που ομολογούσε ότι μιας και η Μ. Βρετανία πλήρωσε ακριβά στη Ρωσία το τίμημα για ελεύθερη δράση στην Ελλάδα δεν θα έπρεπε να διστάζει να χρησιμοποιήσει τα στρατεύματά της για να στηρίξει την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, ξεσήκωνε την αντίδραση όχι μόνο των Ηνωμένων Πολιτειών, που έβλεπαν με εξαιρετική αποστροφή την απροκάλυπτη βρετανική επέμβαση στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και πολλών μελών του βρετανικού κοινοβουλίου, που αντιδρούσε με σφοδρότητα στις επιλογές Τσόρτσιλ και Ιντεν.

Οι αντιδράσεις ένθεν του Ατλαντικού αντικατοπτρίζονται κάλλιον παντός άλλου στον αμερικανικό Τύπο της εποχής και λιγότερο στον βρετανικό, που υφίστατο μια σχετική πίεση από πλευράς κυβέρνησης. Πάντως φαίνεται ότι η ζημιά που προκαλούσε ο διεθνής Τύπος στην πορεία των πραγμάτων ήταν τεράστια, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση Παπανδρέου να στείλει πολύ αυστηρές συστάσεις (ΑΠ 22504 και ΑΠ 22449) στις ελληνικές πρεσβείες Λονδίνου, Μόσχας και Ουάσιγκτον για ολιγωρία στην ενημέρωση των δημοσιογράφων και των ξένων διπλωματών. «Υποθέτω ότι εγκύκλιον τηλεγράφημα υμών δεν αφορά Πρεσβείαν ταύτην» απαντούσε ο έλληνας πρεσβευτής Ν. Πολίτης από τη Μόσχα (ΑΠ 1237, 21 Δεκ. 1944) υπονοώντας τον εκεί ασφυκτικό έλεγχο του Τύπου. «Μοι είναι αδύνατον να φαντασθώ ότι το τηλεγράφημα τούτο απευθύνεται εις την Πρεσβείαν ταύτην ης το προσωπικόν παρακολουθεί με πατριωτικόν πόνον και βαθείαν απόγνωσιν τον εμφύλιον σπαραγμόν (...) άνευ υστερισμού και με όλην την αξιοπρεπή ψυχραιμίαν άνευ της οποίας ουδεμία πρωτοβουλία εις τους κοινοβουλευτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους της μεγάλης ταύτης χώρας δύναται να τελεσφορήση» τηλεγραφούσε πικραμένος ο πρεσβευτής Α. Αγνίδης από το Λονδίνο [ΑΠ 8918/ΣΤ(2)/44, 23 Δεκ. 1944], ενώ ο Διαμαντόπουλος από την Ουάσιγκτον αναφερόταν σε ανακοινωθέν του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που αποκάλυπτε «φανεράν διχογνωμίαν μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Μ. Βρετανίας» για την ωμή και αντιδημοκρατική επέμβαση της τελευταίας στο εσωτερικό της χώρας (ΑΠ 4631, 23 Δεκ. 1944). «Πρεσβευτής Αγγλίας παρά την δριμύτητα των κατά της κυβερνήσεώς του επικρίσεων (ενταύθα) απέφυγε σκοπίμως τις εμπιστευτικές επληροφορήθην δηλώσεις προς τον Τύπον, λόγω λεπτότητος της θέσεώς του» συμπλήρωνε στο ίδιο τηλεγράφημα ο έλληνας πρεσβευτής.

Την ίδια ακριβώς ημερομηνία, ο Αγνίδης ερμηνεύοντας με εκτενές έγγραφό του τη βρετανική στάση έγραφε: «Ολοι παροτρύνουν την Βρετανικήν Κυβέρνησιν να επιδιώξη τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως οικουμενικής και φευ όλοι αδιαφορούν περί του πώς ανέκυψεν η περιπέτεια αύτη και τις ο πρωταίτιος. Γνωστόν άλλωστε πως ο λαός ούτος και όταν πρόκειται περί των ιδικών του υποθέσεων απεχθάνεται την αναδίφησιν του παρελθόντος και παν είδος παρελθοντολογίας. Τον ενδιαφέρει μόνον το παρόν και τα προβλήματά του και διερωτάται πώς να τα αντιμετωπίση». Και πράγματι η Ελλάδα και η θέση που αυτή είχε στην Ανατολική Μεσόγειο την καθιστούσε απαραίτητο κρίκο για τη διατήρηση της ισχύος και την προστασία των βρετανικών συμφερόντων στην Εγγύς Ανατολή.

Μπορεί ο αστέρας της βρετανικής δημοσιογραφίας της εποχής Harold Nicolson να καταλόγιζε (εβδομαδιαίο περιοδικό «Spectator») στους έλληνες μαχητές του Εμφυλίου ότι κατετρύχοντο από την «αρχαία νόσο των Αθηναίων» (ancient malady of Athenians) που τους έκανε να «μην παρουσιάζονται ρεαλιστές στην πολιτική» (ΑΠ 2768/Δ46 5 Απριλίου 1946, Αγνίδης από Λονδίνο), είναι βέβαιο όμως ότι αν η Ελλάδα βρισκόταν σε διαφορετικό σημείο του χάρτη της Ευρώπης, ενδεχομένως να μην είχε χρειασθεί το μελάνι καμιάς συμφωνίας και κανενός Nicolson για να περιγράψει τη... βαριά ασθένεια των νεοελλήνων από την τραυματική εμπειρία του Εμφυλίου που στέρησε τη χώρα από δεκάδες χιλιάδες νέους στέλνοντάς τους στον θάνατο.

Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών.