Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 1943

ΗΤΑΝ ΑΜΕΣΑ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΗ ΜΕ ΤΗΝ
ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ
ΝΑ ΕΠΑΝΑΦΕΡΕΙ ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ
Β΄, ΠΡΟΚΑΛΩΝΤΑΣ ΕΝ ΑΝΑΓΚΗ

ΕΝΑΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΙΧΑΣΜΟ

αναπαραγωγή από: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4548410&enthDate=28112009

Νικολακόπουλος Ηλίας, Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009


Όπως είχε συμβεί και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν o Κωνσταντίνος, που αυτάρεσκα ήθελε να αποκαλείται ΙΒ΄ ως διάδοχος του Παλαιολόγου, προκάλεσε τον Εθνικό Διχασμό, έτσι και στη διάρκεια της Κατοχής ο Γεώργιος Β΄, εμμένοντας στην πάση θυσία επιστροφή του, πυροδότησε τον Εμφύλιο Πόλεμο. Ο Γεώργιος Β΄, εξόριστος στο Λονδίνο από το 1924 έως το 1935, μονήρης και απόμακρος από την ελληνική πραγματικότητα, αποτελούσε το πρότυπο του αντικοινοβουλευτικού μονάρχη ο οποίος υποτιμά και απεχθάνεται τους υπηκόους του. Ανακτώντας τον θρόνο του τον Νοέμβριο του 1935 συμπεριφερόταν με το «πνεύμα εκείνου που κουβαλάει το βάρος του λευκού ανθρώπου μεταξύ των φυλών της ζούγκλας». Το σχόλιο ανήκει στον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα την εποχή εκείνη, στον οποίο ο Γεώργιος είχε εκμυστηρευτεί πως «υπάρχει μόνο μία αληθινή λύση, να αναλάβουν την Ελλάδα οι δικές σας δημόσιες υπηρεσίες και να τη διοικήσετε σαν βρετανική αποικία».

Με το σκεπτικό αυτό επέβαλε το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, στο οποίο παρέμεινε προσκολλημένος ακόμη και μετά την κατάκτηση της Ελλάδας. Και μόνον τον Φεβρουάριο του 1942, δέχθηκε να συναινέσει τελικά, στην κατάργηση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.

Πρωτόκολλο
Ο Γεώργιος, θεωρώντας ως μέγιστη παραχώρηση την πράξη του αυτή, αρνιόταν πεισματικά να προχωρήσει στο επόμενο βήμα. Να αποδεχθεί δηλαδή την ύπαρξη πολιτειακού ζητήματος, όπως απαιτούσε το σύνολο σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων που υπήρχαν στην Ελλάδα με το αντιμοναρχικό πρωτόκολλο που συνυπέγραψαν τον Μάρτιο του 1942.
Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν ενάμισης χρόνος, να αναπτυχθεί το αντάρτικο στην Ελλάδα, και να ανασχηματιστεί, σύμφωνα με τις βρετανικές υποδείξεις, η εξόριστη κυβέρνηση με τη συμμετοχή βενιζελικών πολιτευτών, για να καταλήξει ο Γεώργιος Β΄ την 4η Ιουλίου 1943 στην πρώτη αμφίσημη δήλωσή του με την οποία αναγνώριζε έμμεσα την ύπαρξη πολιτειακού ζητήματος. Ταυτόχρονα όμως απαιτούσε να επιστρέψει ο ίδιος ως βασιλεύς στην Ελλάδα χωρίς να προηγηθεί δημοψήφισμα. Σε αυτή τη συγκυρία επιλέγεται από το Φόρεϊν Όφις να σταλεί στην Ελλάδα ο Ντέιβιντ Ουάλας, προκειμένου να υπονομεύσει τον αρχηγό της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής Έντι Μάγιερς, ο οποίος με τις αναφορές του έδειχνε πως είχε αντιληφθεί πόσο αντιπαθής ήταν πλέον ο Γεώργιος Β΄ και κυρίως τους κινδύνους που εγκυμονούσε η επιδίωξη της βρετανικής κυβέρνησης να επιβάλει την επιστροφή του.

Ο Ουάλας διαπιστώνει ότι το βασιλικό διάγγελμα της 4ης Ιουλίου δεν είχε απήχηση στην Ελλάδα, αφού ήταν διάχυτη «η έλλειψη εμπιστοσύνης σε κάθε βασιλικό διάγγελμα». Εντούτοις η υπόδειξη στην οποία αυτάρεσκα καταλήγει είναι πως «οι αντίπαλοι της πολιτικής μας πρέπει να αντιληφθούν ότι έχουμε λάβει τις αποφάσεις μας και ότι, είτε είναι αρεστές είτε όχι, έχουμε απλώς την πρόθεση να τις εφαρμόσουμε».
Γι΄ αυτό και επιστρέφοντας στο Κάιρο, ο Ουάλας τορπίλισε την προσπάθεια εθνικής συνεννόησης και συνέβαλε στην απέλαση της αντιπροσωπείας των τριών αντιστασιακών οργανώσεων.

Η εξέλιξη των πραγμάτων ανάγκασε βέβαια τη βρετανική κυβέρνηση να υποχωρήσει από την αδιάλλακτη πρόταση του Ουάλας και τον Νοέμβριο, με νέα δήλωσή του, ο Γεώργιος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην επιστρέψει στην Ελλάδα αμέσως μετά την Απελευθέρωση, όπως και πράγματι συνέβη. Χρειάστηκε όμως να επιβεβαιωθούν οι χειρότεροι φόβοι του Μάγιερς για εμφύλια σύγκρουση τον Δεκέμβριο του 1944 ώστε να αποδεχθεί τελικά ο Γεώργιος, υπό την πίεση του Τσώρτσιλ, ότι δεν θα επέστρεφε πριν από τη διενέργεια δημοψηφίσματος.

Μεσολάβησαν έκτοτε άλλοι είκοσι μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων γιγαντώθηκε η «λευκή τρομοκρατία», την οποία εξαπέλυσαν φιλοβασιλικές συμμορίες (που οι κυριότερες «είχαν οπλιστεί εν μέρει υπό των Γερμανών», όπως κατήγγειλαν οι ηγέτες του Κέντρου) για να κατορθώσει να επιστρέψει στον θρόνο του ο Γεώργιος ύστερα από ένα αμφιλεγόμενο και νόθο δημοψήφισμα. Συνθλίβοντας έτσι και τις τελευταίες ελπίδες που υπήρχαν για αποτροπή του Εμφυλίου Πολέμου.

Έτσι άναψε το φιτίλι για την εμφύλια σύγκρουση στα ελληνικά βουνά

Η δημοσίευση στα ελληνικά της έκθεσης του Βρετανού ταγματάρχη Ουάλας, σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μακρή- Στάικου, αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης εν εξελίξει εργασίας του στα βρετανικά αρχεία για την περίοδο της Κατοχής.

Ο Ντέιβιντ Ουάλας, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, σπουδαγμένος στην Οξφόρδη και το Ίτον, γεννήθηκε στο 1914 και ήρθε στην Ελλάδα ως απεσταλμένος του Φόρεϊν Όφις τον Ιούλιο του 1943. Η έκθεση που υπέβαλε στα τέλη Αυγούστου παρέμεινε εν πολλοίς απόρρητη, κυρίως επειδή κατηγορούσε τους επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής Έντι Μάγιερς και Κρις Γουντχάουζ ότι διαπνέονται από το «πνεύμα των κατευναστών του Μονάχου». Μετά τον θάνατό τους όμως το πλήρες κείμενο της έκθεσης δημοσιεύτηκε σχολιασμένο από τον R. Clogg το 2002. Ο Ουάλας επέστρεψε στην Ελλάδα και σκοτώθηκε στις 17 Αυγούστου, σε μάχη των δυνάμεων του Ζέρβα με τους Γερμανούς.

Η ελληνική έκδοση συνοδεύεται από δύο εισαγωγικά σημειώματα: Το πρώτο, από τον επιμελητή της έκδοσης, αφορά την προσωπικότητα του Ουάλας και το περιεχόμενο της έκθεσης για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Το δεύτερο, από τον Στάθη Καλύβα, επιχειρεί να υποστηρίξει τη θέση «πως ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Ψυχρός Πόλεμος συγκλίνουν και ενδεχομένως συγχωνεύονται, ιδιαίτερα από το 1943 και μετά». Άποψη που, σύμφωνα με τον Καλύβα, «δεν υπάρχει πλέον σοβαρός ιστορικός που να μην αναγνωρίζει». Η διατύπωση αυτή σημαίνει εξ αντιδιαστολής ότι ως ύψιστο κριτήριο «επιστημονικής σοβαρότητας» θεωρείται από το «νέο κύμα» της ιστοριογραφίας, η παραδοχή πως ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μόνον εκ παραδρομής και μόλις για δύο χρόνια (1941-43) πήρε τη μορφή του αντιφασιστικού πολέμου. Την ίδια επιλογή πολύ πριν από τους «σοβαρούς ιστορικούς», είχαν κάνει και όσοι εξωθούσαν τα πράγματα προς εμφύλια σύρραξη προκειμένου να επαναφέρουν στον θρόνο έναν «εστεμμένο φελλό».

ΕΙΣΗΓΗΘΗΚΕ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟ ΕΑΜ

Όλοι σχεδόν οι πρωταγωνιστές της εποχής συμφωνούν ότι η αποτυχία της αποστολής των αντιστασιακών οργανώσεων (Ανδ. Τζήμας, Κ. Δεσποτόπουλος, Ηλ. Τσιριμώκος, Π. Ρούσος από το ΕΑΜ, Κομν. Πυρομάγλου από τον ΕΔΕΣ, και Γεωρ. Καρτάλης από την ΕΚΚΑ) στο Κάιρο, άναψε το φιτίλι για την εμφύλια σύγκρουση στα ελληνικά βουνά με όλα τα μοιραία επακόλουθα. Το δίδυμο Καλύβας/Μακρής-Στάικος, ωστόσο, αποφεύγει επιμελώς να επισημάνει τη συνυπευθυνότητα του Ουάλας, πανηγυρίζοντας μάλιστα ότι η έκθεσή του έθεσε τέρμα στην πολιτική «κατευνασμού» του ΕΑΜ από τον Μάγερς. Αγνοούν άραγε, ότι κι εκείνος, παλαιότερα, είχε εισηγηθεί στο Κάιρο μια συγκρουσιακή αντιμετώπιση του ΕΑΜ, τελικά όμως πείστηκε για τους κινδύνους μιας τέτοιας στρατηγικής; Σε κάθε περίπτωση όμως εκπλήττει το συμπέρασμά τους πως το «μήνυμα» του Ουάλας «παραμένει επίκαιρο και σήμερα».