Παοτζήδες και λοιποί στη Δυτική Μακεδονία: 1942 -1949

πηγή:http://www.giapraki.com/e107_plugins/content/content.php?content.1386

ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Ευχαριστούμε πολύ για την τιμή που μας κάνατε να έρθετε απόψε εδώ. Η ανακοίνωση μου θα είναι σύντομη κι απλή. Στο τέλος περιμένουμε τις, όπως πάντα ενδιαφέρουσες, ερωτήσεις σας, τις απόψεις σας και την κριτική σας, θετική ή αρνητική.

Κίνητρο για τη συγγραφή του βιβλίου ήταν η ανάγκη να κατανοήσουμε τον Εμφύλιο Πόλεμο, κατοχικό και κύριο, μέσα από την ακριβή εικόνα του, διότι αυτή δεν είναι καθαρή. Δεν είναι καθαρή όχι τόσο επειδή πέρασε τόσος καιρός, αλλά γιατί τη θόλωσαν διάφοροι είτε χωρίς να το θέλουν είτε θεληματικά.

Μερικοί «προοδευτικοί» ερευνητές, πολιτικά πρόσωπα ή και επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων χαρακτήρισαν τους συγγραφείς του βιβλίου και τον επιμελητή αναθεωρητές ή και ακροδεξιούς ακόμα. Όλοι αυτοί δεν επισκέφτηκαν ποτέ ένα προσφυγικό π.χ. χωριό για να μιλήσουν με τους κατοίκους ή έστω να προσέξουν, έστω και μερικώς, τις απόψεις της άλλης πλευράς κι αυτό είναι η πιο σημαντική παράλειψη για κάθε έναν που θέλει να υπηρετεί την Επιστήμη. Δεν έχουν κανένα επιχείρημα προς αντίκρουση, ενώ οι γενικολογίες περισσεύουν. Δεν παραδέχονται π.χ. ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος ξεκίνησε στην περιοχή μας το 1943, παρόλα τα αντικειμενικά στοιχεία: σε αυτόν π.χ. τον κατοχικό Εμφύλιο έχασαν τη ζωή τους από ελληνικά χέρια στη Δυτική Μακεδονία 1600 περίπου ονομαστικά καταμετρημένοι Έλληνες πολίτες. Από αυτούς οι 1200 σκοτώθηκαν (κυρίως εκτελέστηκαν) από τους αντάρτες, ενώ οι εθνικιστές φόνευσαν 400 κομουνιστές, τους περισσότερους σε μάχες. Ο μεγάλος αριθμός των θυμάτων θα συντελέσει αργότερα στην έναρξη (σε μερικές περιοχές στη συνέχιση) του κυρίως Εμφυλίου Πολέμου.

Χοντρικά οι οπτικές για την Κατοχή και τον Εμφύλιο είναι δύο και φυσικά αντίθετες μεταξύ τους: η άποψη της Αριστεράς και η αντίστοιχη της Δεξιάς –βέβαια εδώ πρέπει να καθορίσει κανείς τι σημαίνει Αριστερά και τι Δεξιά και πόσο η πράξη ταυτίζεται με την ιδεολογία, αλλά αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση. Η άποψη λοιπόν της Αριστεράς, που είναι δραστήρια, έμπειρη στα οργανωτικά και επίμονη στην πολιτική επικοινωνία, για την Κατοχή και τον Εμφύλιο είναι αρκετά διαδεδομένη, ενώ της Δεξιάς πολύ λιγότερο γνωστή. Η νωχέλεια της τελευταίας οφείλεται βεβαίως στην επί 4 δεκαετίες παραμονή της στην κυβέρνηση. Μία άλλη υπόθεση είναι ίσως ότι η εξουσία επέτρεπε τόσα χρόνια να δυσφημίζονται ως προδότες οι εθνικιστές της Κατοχής, ιδιαίτερα οι Φιλελεύθεροι Πρόσφυγες, για λόγους εκλογικής πελατείας.

ΜΟΜΦΕΣ. Στο θέμα μας τώρα: σε πολλά βιβλία διαβάζει κανείς ότι όλος ο κόσμος υποστήριζε το ΕΑΜ. Όμως αυτό δεν ισχύει. Βλέπουμε π.χ. ότι στα Γρεβενά μερικοί Βλάχοι είχαν οπλιστεί εναντίον των ανταρτών, οι λεγόμενοι Λεγεωνάριοι. Στην Καστοριά και τη Φλώρινα 20 περίπου χωριά επίσης, οι λεγόμενοι Κομιτατζήδες. Στα πεδινά της Κοζάνης και μερικώς στο Βόιο πάνω από 50 χωριά, τα περισσότερα προσφυγικά (ποσοστό 66% επί του συνόλου των κατοίκων του νομού), είχαν οπλιστεί κι αυτά εναντίον των ανταρτών, οι λεγόμενοι Παοτζήδες, ονομασία που δεν είναι σωστή αλλά θα την κρατήσουμε για πρακτικούς λόγους. Δηλαδή οι κάτοικοι των πεδινών χωριών, αντιπαθούσαν τους αντάρτες. Υποστήριζαν λοιπόν τον κατακτητή, τους Γερμανούς; Ήταν δηλαδή όλοι αυτοί προδότες της πατρίδας, ανθέλληνες;
Ανθέλληνες θα μπορούσαν να θεωρηθούν όσοι Κομιτατζήδες περίμεναν βοήθεια από ξένα κράτη, τη Βουλγαρία, τη Ρωσία ή τη Σερβία προσδοκώντας είτε για να ξεκοπεί τελείως η περιοχή μας από το Ελληνικό Κράτος είτε να αυτονομηθεί, το λεγόμενο μακεδονικό ζήτημα. Από τους Λεγεωνάριους ίσως στα δάχτυλα των δύο χεριών μετρούνται όσοι ήταν πραγματικά προδότες της πατρίδας. Τώρα στο ζήτημα του νομού Κοζάνης: ήταν ανθέλληνες οι Παοτζήδες που μάλιστα είχαν στο δίκοχό τους ως σήμα την ελληνική σημαία;

Πριν απαντηθεί το ερώτημα για τον ανθελληνισμό τον Παοτζήδων, ας δούμε τις κυριότερες κατηγορίες που τους προσάπτουν και λιτά τις απαντήσεις τους.

Φορούσαν γερμανικά ρούχα. Απάντηση: όχι. Κανείς οπλίτης των εθνικιστικών οργανώσεων ΥΒΕ/ΕΚΑ, ΠΑΟ κι ΕΕΣ δεν είχε γερμανικά ρούχα. Βαμμένες όμως μαύρες στρατιωτικές στολές από γερμανικό ή ιταλικό ύφασμα έφεραν καμιά δεκαριά Παοτζήδες της κωμόπολης Πτολεμαϊδας, όχι όμως πράσινες παρόμοιες με των Γερμανών. Κατά πολύ περισσότεροι ήταν οι αντάρτες που φορούσαν γερμανικά ρούχα, για πρακτικούς λόγους.

Πήραν όπλα και πυρομαχικά από τους Γερμανούς. Απάντηση: ναι, πήραν 3-4 ταχυβόλα, προφανώς MG32, και μερικές κάσες πυρομαχικά προς το τέλος της Κατοχής. Τα υπόλοιπα (τα περισσότερα, σχεδόν όλα δηλαδή) ήταν ελληνικά και τα είχαν αγοράσει το 1941 στη μαύρη αγορά.
Συμμετείχαν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις μαζί με Γερμανούς. Απάντηση: ναι, μερικοί συμμετείχαν, αναγκαστικά ή μη, σε μικρές και σε μεγάλες επιχειρήσεις (π.χ. στο Βέρμιο και τα Γρεβενά) μαζί με τους Γερμανούς, όχι βέβαια στην πρώτη γραμμή, αφού κανένας οργανωμένος στρατός δεν επιθυμεί να έχει μαζί του άτακτους οπλοφόρους. Ήταν βοηθητικοί και δραστηριοποιήθηκαν στα μετόπισθεν, σε συλλογές ζώων κι εφοδίων κυρίως.
Ήταν απάτριδες. Απάντηση: όχι. Σχεδόν όλοι είχαν ήδη χάσει μία πατρίδα και δεν είχαν κανέναν απολύτως λόγο να χάσουν και μία δεύτερη, την Ελλάδα.



ΠΡΟΣΩΠΑ. Ενδιαφέρον θα είχε τώρα να δούμε ενδεικτικά τη δράση μερικών επιφανών Παοτζήδων, εθνικιστών ή αντικομουνιστών πριν οπλιστούν κατά των ανταρτών. Σχεδόν όλοι οι εθνικιστές συμπαθούσαν στην αρχή το ΕΑΜ, μετά όμως πέρασαν στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Κολάρας, πρόεδρος
- κοινότητας Κορησού Καστοριάς: πολέμησε την άνοιξη του 1943 ως καπετάνιος του ΕΑΜ εναντίον των Κομιτατζήδων και των Ιταλών στην Καστοριά κι αργότερα διατέλεσε καπετάνιος διμοιρίας της ΠΑΟ, οργάνωσης που είχε ενισχυθεί με λίρες από την Ελληνική Κυβέρνηση του Καϊρου.

Μιχάλαγας, τσαμπάζης από τα Σέρβια: θερμός υποστηρικτής του ΕΑΜ σε δραχμές και άρβυλα το 1942. Όταν του πήραν οι αντάρτες τα ζώα στο Σαραντάπορο ανέλαβε καπετάνιος της ΥΒΕ/ΕΚΑ/ΠΑΟ. Την τελευταία καταδίωξαν οι αντάρτες ως το Κιλκίς το φθινόπωρο του 1943.
Στάθης
- Κωνσταντινίδης, ιδιοκτήτης θεριζοαλωνιστικής μηχανής από το Κλείτος. Υποστηρικτής το 1943 του ΕΑΜ και φίλος του Μιχάλη Σουμελίδη, νομάρχη αργότερα του ΕΑΜ Κοζάνης.

Μιχάλης Πεχλιβανίδης, αγροφύλακας από τη- Σκάφη. Πολέμησε στο Φαρδύκαμπο εναντίον των Ιταλών ως ομαδάρχης της οργάνωσης ΕΚΑ. Ομαδάρχης χρημάτισε και στην ΠΑΟ το καλοκαίρι του 1943

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΑΝΤΙΚΟΜΟΥΝΙΣΜΟΥ. Ποιοι είναι λοιπόν οι παράγοντες που οι περισσότεροι άνθρωποι των πεδινών χωριών, αν όχι και των ορεινών, αντιπάθησαν τελικά τους αντάρτες με αποτέλεσμα να τους θεωρούν τους κύριους εχθρούς των; Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Παοτζής Πρόδρομος Γεωργιάδης από το Βαθύλακκο: «Αναγκάστηκα τότε να αφήσω τον κατακτητή [Γερμανό] και να κυνηγάω τον αιμοβόρο και δόλιο κατακτητή [ΕΑΜ]».

1. ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ: στην Καστοριά, τη Φλώρινα, το Αμύνταιο και την Εορδαία ορισμένοι είχαν εκτεθεί υπέρ της Βουλγαρίας το 1941, όπως ήδη αναφέρθηκε. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ έπαιζαν τότε ένα περίεργο παιχνίδι με τις γλωσσικές μειονότητες, ιδιαίτερα τους Σλαβομακεδόνες, οπότε έρχονταν σε αντίθεση με την πολιτική του ελληνικού κράτους.
2. ΕΘΝΟΤΙΣΜΟΣ: Οι Σλαβομακεδόνες καταφέρονταν από παλαιότερα εναντίον των Προσφύγων, των ελληνόφωνων ντόπιων, Βλάχων κι Αρβανιτών και το αντίθετο. Ήταν αντιδικίες κυρίως για τα κτήματα και τα χωράφια.

3. ΒΙΑ: στις αρχές οι αντάρτες, από πολιτική αφέλεια ή από την περηφάνια που δίνουν τα όπλα, πίεζαν υπέρ του δέοντος τους διοικητικούς εκπροσώπους του ελληνικού κράτους ή διάφορους νοικοκύρηδες των χωριών. Ορισμένες μάλιστα επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών, όπως π.χ. ο σκοτωμός του γιατρού στην Καλαμιά τον Ιανουάριο του 1944, αποδείχτηκαν μάλλον ανώφελες. Αργότερα οι αντάρτες διέλυσαν αιματηρά τις μη εαμικές επαναστατικές οργανώσεις ΥΒΕ, ΕΚΑ και ΠΑΟ.

4. ΕΠΙΒΙΩΣΗ: Το χειμώνα του 1943 -44 οι αντάρτες χρειάζονταν τρόφιμα για να συντηρηθούν και καθώς οι Σύμμαχοι είχαν σταματήσει να τους ενισχύουν με λίρες, έπρεπε να τα πάρουν από τα πεδινά χωριά, τα οποία φυσικά δεν ήθελαν να τα χαρίσουν. Γι αυτό και οι αντάρτες έκαψαν 20 περίπου χωριά.

5. ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ: Στην Αιανή τρεις άντρες επιχείρησαν την άνοιξη του 1944 να οπλιστούν κατά των ανταρτών, επειδή αντιπαθούσαν τα πρόσωπα που εκπροσωπούσαν το ΕΑΜ του χωριού. Παρόμοια συνέβησαν σχεδόν παντού, π.χ. στην Κάτω Κώμη ή το Σπάρτο.

6. ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ: Οι Γερμανοί ήθελαν με κάθε θυσία να κρατήσουν ανοιχτό το δρόμο Λάρισας –Φλώρινας μέσω Κοζάνης και απρόσκοπτη τη λειτουργία των μεταλλείων χρωμίου στη Ροδιανή. Επειδή όμως ήταν λίγοι, υποχρέωσαν τους κατοίκους να οπλιστούν, ο τρόπος ήταν πολύ απλός: φυλάκισαν κατοίκους των χωριών, όπως π.χ. το Στάθη Κωνσταντινίδη από το Κλείτος, και τους είπαν: «για να βγείτε ζωντανοί, πρέπει να οπλιστείτε και να μην αφήνετε τους αντάρτες να έρχονται στα χωριά σας».
7. ΦΟΒΟΣ: στις αρχές του 1944 οι Γερμανοί εφάρμοσαν αντίποινα κι έκαψαν πολλά χωριά, όπως π.χ. το Καταφύγι Πιερίων, οπότε προστέθηκαν αυτά στην καταστροφή που είχε πάθει το Μεσόβουνο. Δύσκολα μπορούσε κανείς να ξεπεράσει αυτό το φόβο των αντιποίνων.

Με απλά λόγια: αν υποστήριζε κανείς τους αντάρτες μπλεκόταν θεωρητικά στα πολύπλοκα γρανάζια του μακεδονικού ζητήματος. Αν κατοικούσε στη γερμανοκρατούμενη ζώνη (και όχι μόνο) έπρεπε πρακτικά να παίζει κάθε μέρα με το κεφάλι του ή τα κεφάλια της οικογένειάς του. Ξέρετε πόσοι κάτοικοι της πόλης Κοζάνης βγήκαν στο βουνό; Μερικές μόνο δεκάδες (το 0,3% των κατοίκων της). Ξέρετε πόσοι αντάρτες βγήκαν στο βουνό από την ανταρτοκρατούμενη περιοχή των Βεντζίων; Το 2,06% των κατοίκων κι αυτό αφού κάηκαν ή καταστράφηκαν από τους Γερμανούς οι περιουσίες τους, οπότε ζητούσαν φαγητό και στήριξη.

Ο Κοζανίτης δρ της Νομικής Χαρίσιος Τανής, ένας από τους εθνικιστές διανοούμενους της περιοχής –τότε η Αριστερά δεν διέθετε ούτε έναν– ομολόγησε τον Ιανουάριο του 1944:

«μάχομαι φανερά για την Ελλάδα, για να μη δημιουργηθούν τάφοι και ερείπια από ορισμένους ανθρώπους που παίρνουν οδηγίες απ` έξω και δεν σκέπτονται τα επακόλουθα των πράξεών των. Συνεργάζομαι με τους Γερμανούς, γιατί συμπίπτουν εν προκειμένω με αυτούς τα συμφέροντα της γλυκειάς Πατρίδος, μητέρας Ελλάδος και δεν θα πρέπει αυτοί οι άνθρωποι να αφεθούν να δρουν για να δημιουργήσουν τάφους και ερείπια, πάνω στα οποία με την απελευθέρωσή μας θα μπορούν αυτοί να περιφέρονται ένοπλοι».

Βλέπετε δηλαδή ότι το ζήτημα του κατοχικού Εμφυλίου Πολέμου δεν είναι τόσο απλό.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι όσοι Έλληνες δεν υποστήριζαν το ΕΑΜ δεν συμπαθούσαν κατ` ανάγκην τους Γερμανούς, απλώς ήθελαν να επιβιώσουν.

Ήταν τελικά όλοι οι αντικομουνιστές ένοπλοι αρνησιπάτριδες; Μετά από όσα ειπώθηκαν, η απάντηση βγαίνει εύκολα μόνη της. Πάντως ο γράφων μετά από τόσο κοπιώδη έρευνα δεν τους θεωρεί.



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Κοζάνης Παρέμβαση τ.135 (Άνοιξη 2006) 54-7