Autonomist Movements of the Slavophones in 1944



πλήρης τίτλος:
Spyridon Sfetas, Autonomist Movements of the Slavophones in 1944: The Attitude of the Communist Party of Greece and the Protection of the Greek-Yugoslav Border
===
The founding of the Slavo-Macedonian Popular Liberation Front (SNOF) in Kastoria in October 1943 and in Florina the following November was a result of two factors: the general negotiations between Tito's envoy in Yugoslav and Greek Macedonia, Svetozar Vukmanovic-Tempo, the military leaders of the Greek Popular Liberation Army (ELAS), and the political leaders of the Communist Party of Greece (KKE) in July and August 1943 to co-ordinate the resistance movements[1]; and the more specific discussions between Leonidas Stringos and the political delegate of the GHQ of Yugoslav Macedonia, Cvetko Uzunovski in late August or early September 1943 near Yannitsa[2]. The Yugoslavs’ immediate purpose in founding SNOF was to inculcate a Slavo-Macedonian national consciousness in the Slavophones of Greek Macedonia and to enlist the Slavophones of Greek Macedonia into the resistance movement in Yugoslav Macedonia; while their indirect aim was to promote Yugoslavia's views on the Macedonian Question[3]. The KKE had recognised the Slavophones as a “SlavoMacedonian nation” since 1934, in accordance with the relevant decision by the Comintern, and since 1935 had been demanding full equality for the minorities within the Greek state; and it now acquiesced to the founding of SNOF in the belief that this would draw into the resistance those Slavophones who had been led astray by Bulgarian Fascist propaganda[4].
[…]
Ολόκληρο το άρθρο εδώ




[1] See T.-A. Papapanagiotou, L’ Effort pourla creation dugland quartiergendral balcanique et lacooperation balcanique, Juin-Septembre 1943 (unpublished postgraduate dissertation, Sorbonne, 1991); there is a copy in the library of the Institute for Balkan Studies, Thessaloniki.
[2] See S. Vukmanovic-Tempo, Revolucija Koja teee, vol. 3, Zagreb 1982, p. 14. In a postwar report to the Central Committee of the KKE on SNOF's activities, Stringos had this to say about the meeting: “Abas requested that our sections work together against the Germans and that we make things a littleeasier for their sections that were obliged, because of the operations, to cross over into Greek territory frequently; and they also offered to help with the work among the Slavo-Macedonians, who were still being influenced by the komitadyis”. See AM (Arhiv na Makedonija-Skopje), K.20/242.A.
[3] Tempo brought up the question of uniting Greek and Yugoslav Macedonia in a future Yugoslavfederation when he met Andreas Dzimas, the KKE's representative, in the summer of 1943. He asked Dzima to sign a statement to that effect. Dzimas refused to discuss the subject. See RCHIDNI (Rossijskij Centr Hranenija i Izutenija Dokumentov NovejPej Istorii), F. 495, Op. 74, D. 177, L. 60, Fitin (Director of Soviet espionage) to Dimitrov, 18 August 1944. This was another fundamental reason why Siandosrejected Tempo's proposals for setting up a Balkan HQ. It was agreed, however, to set up Slavo- Macedonian anned sections within the frarnework of ELAS, to foster the Slavo-Macedonian dialect, and to publish Slavo-Macedonian newspapers
[4] According to confidential statistics collected by the Macedonian GHQ early in 1925 (i.e. after the deadline for emigration applications), there were 76,098 Slavophones fonner Patriarchists in Greek Macedonia and 97,636 Slavophones fonner Exarchists, of whom 11,228 were due to emigrate to Bulgaria, thus reducing the number of fotmer Exarchists to 86,408. The Slavophones, including those who were bilingual, therefore numbered 162,506 (see 1. Mihailidis, ,'H Mclxeoovia TOU 1930 1lfaa cso It5axawtattxE;: H REQiZT(2)an T(l)V okXoXvxv,,, XVlth Greek Histoncal Conference, Thessaloniki 1994). The Slavophones may be divided into those who regarded themselves as Bulgarians, those who regarded themselves as Greeks, and those with a more fluid consciousness. They were incolporated into the Greek state, to which they remained loyal. It is significant that neither the Bulgarian IMRO nor the Communist IMRO (United) exerted much iniluence on the Slavophones. Their displeasure was chiefly aroused by the policy of “forced Hellenisation” implemented under the Metaxas dictatorship, when they were forbidden to speak the Slavo-Macedonian dialect even in the privacy of their own homes. Although Metaxas' policy was dictated by the necessity of preventing the Communists from infiltrating the Slavophones_after 1934 the KKE regarded them as a “(Slavo-)Macedonian nation” and members of IMRO (United) wrote to Rizospastis pointing out the “distinct ethnic status of the (Slavo-)Macedonians”_ it may in general tens be desctibed as illconsidered, and ultimately facilitated Bulgarian and Yugoslav propaganda duting the occupation.


 

μέρος του Συνεδρίου

[το πλήρες πρόγραμμα του Συνεδρίου εδώ]


[…]

Σάββατο 4 Οκτωβρίου

19ος-20ος ΑΙ. ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Προεδρείο: Κώστας Σπανός Απόστολος Παπαδημητρίου

09.00-09.15: Βασίλης Κ. Σπανός, Οι Δυτικομακεδονικοί οικισμοί στην Πρόθεση 401 του Μεγάλου Μετεώρου (1520-1540)
09.15-09.30: Κώστας Σπανός, Τρεις αγωνιστές του 1821 από τα Γρεβενά: Νικ. Ι. Ζιάκας, Γεώργιος Αντωνίου Δράμαλης και Γεώργιος Παναγιώτου
09.30-09.45: Γιώργος Σαββανάκης, Η ρουμανική προπαγάνδα στο χωριό Αβδέλλα Γρεβενών (από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο)
09.45-10.00: Απόστολος Παπαδημητρίου, Τα Γρεβενά από το κίνημα των Νεοτούρκων ως την απελευθέρωση
10.00-10.15: Αλέξανδρος Μπακαΐμης, Οι Φιλεκπαιδευτικές Αδελφότητες των Δυτικομακεδόνων στην Κωνσταντινούπολη
10.15-10.30: Αθανάσιος Αθανασιάδης, Η παρουσία οικογενειών της Δυτικής Μακεδονίας στο Σεμλίνο (Σερβία) κατά τον 18ο και 19ο αιώνα
10.30-10.45: Γιώργος Καραμπελιάς, Η δυτικομακεδονική ομάδα περί τον Ρήγα και η επιγενέστερη  εξέλιξή της

10.45-11.15: Συζήτηση

11.15-11.30: Διάλειμμα

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Προεδρείο: Ελισάβετ Κοντογιώργη Γιάννης Γκλαβίνας

11.30-11.45: Αικατερίνη Μπρέγιαννη, Ρύθμιση της τοπικής οικονομίας μέσω των διεθνών οργανισμών. Το παράδειγμα της αγροτικής αποκατάστασης των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία τη δεκαετία του 1920 και η Κοινωνία των Εθνών
11.45-12.00: Ελισάβετ Κοντογιώργη, Κοινωνία των Εθνών, κρατική πολιτική και αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία: 1922-1932
12.00-12.15: Ραϋμόνδος Αλβανός Βασίλης Κωστόπουλος, Πολιτικό σύστημα και έργα υποδομής: Πρακτικές εκσυγχρονισμού και κρατικές στρατηγικές κατά τον Μεσοπόλεμο στην επαρχία Καστοριάς
12.15-12.30: Γιάννης Γκλαβίνας, Απαλλοτριώσεις αγροκτημάτων στην περιοχή Κοζάνης και Γρεβενών κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (1923-1940)
12.30-12.45: Ελένη Μαργαρίτη, Ο βομβαρδισμός της Κοζάνης από τους Γερμανούς στις 10 Απριλίου 1941 βάσει εγγράφων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης
12.45-13.00: Θανάσης Καλλιανιώτης, Η προπαγάνδα του ΕΑΜ στον νομό Κοζάνης: 1941-1946
13.00-13.15: Γιάννης Κορκάς, Εμπειρίες από την προεκλογική εκστρατεία του 1963 σε Κοζάνη και Γρεβενά

13.15-13.30: Συζήτηση

[…]





Λαμπάδιασε ο Γράμμος τον Αύγουστο του 1949



της Βασιλικής Λάζου[1]

 

αναδημοσίευση από: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 07.09.2014

 

Στις 30 Αυγούστου του 1949 στα πρωτοσέλιδα των αθηναϊκών εφημερίδων υπήρχε η είδηση πως το ύψωμα Κάμενικ στο Γράμμο, το τελευταίο προπύργιο του Δημοκρατικού Στρατού, καταλήφθηκε από τον Εθνικό Στρατό. Ήταν το στρατιωτικό τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, της σκληρότατης αυτής αναμέτρησης που είχε ξεκινήσει το 1946 και είχε στοιχίσει τη ζωή χιλιάδων Ελλήνων.
Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει κάποιους μήνες νωρίτερα. Από τέλη Μαρτίου 1949, ο ΔΣΕ έπαψε να υπάρχει ως υπολογίσιμη δύναμη στην Πελοπόννησο. Την ίδια τύχη ακολούθησαν από τα μέσα Μαΐου 1949 οι δυνάμεις του στη Στερεά Ελλάδα, παρά τις επιτυχίες τους στην Καρδίτσα και το Καρπενήσι. Ως το καλοκαίρι του 1949, ο κύριος όγκος του ΔΣΕ περιοριζόταν, με μικρές εξαιρέσεις, στις εστίες που αυτός κατείχε επί των βορειοδυτικών συνόρων της χώρας, στους ορεινούς όγκους του Βίτσι και του Γράμμου. Η τελική φάση του επιχειρησιακού σχεδίου του Εθνικού Στρατού με την κωδική ονομασία «ΠΥΡΣΟΣ» είχε ως στόχο την κατάληψη των ορεινών αυτών περιοχών, την καταστροφή των δυνάμεων του ΔΣΕ που τις κατείχαν και το σφράγισμα των ελληνοαλβανικών συνόρων.
Το κύριο βάρος της επίθεσης ανέλαβε το Στρατηγείο Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας με δύναμη περίπου 200.000 ανδρών και ενισχυμένες μονάδες πυροβολικού, διαβιβάσεων και μηχανικού. Επρόκειτο για μία αξιόμαχη στρατιά η οποία διέθετε σε αφθονία πεδινό και ορεινό πυροβολικό, όλμους, τεθωρακισμένα και άρματα μάχης, ποσότητες εφοδίων και νέα όπλα, όπως «μπαζούκας» και βόμβες ναπάλμ. Κυρίως, όμως, διέθετε κατ' αποκλειστικότητα Αεροπορία με εκατό περίπου αεροπλάνα Spitfire και τα άρτι αφιχθέντα στην Ελλάδα βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως Helldiver.
Απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις ο ΔΣΕ αντέταξε 15.000 μαχητές, άνδρες και γυναίκες, περιορισμένη δύναμη πυρός και πενιχρά πολεμικά μέσα. Αν και οι μονάδες του αντιμετώπιζαν προβλήματα συνοχής και ποιότητας και οι εφεδρείες ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, το αξιόμαχο της δύναμής του διατηρούνταν χάρη στο ομοιογενές και πειθαρχημένο σώμα στελεχών, την ύπαρξη κάποιων επίλεκτων μονάδων πιο καλά στελεχωμένων και εξοπλισμένων, καθώς και την οργάνωση της διάταξης των μαχητών γύρω από ισχυρές βάσεις πυρός - πολυβολεία.
Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν εξαιρετικά άνισες μεταξύ τους, με συντριπτική την υπεροχή του Εθνικού Στρατού όχι μόνο σε έμψυχο υλικό αλλά και στην ποσότητα και την ποιότητα του οπλισμού. Η στρατιωτική βοήθεια που έφτανε στον ΔΣΕ από τις γειτονικές Λαϊκές Δημοκρατίες ούτε κατ' ελάχιστον δεν μπορούσε να συγκριθεί με την πλουσιοπάροχη αμερικανική βοήθεια προς τον Εθνικό Στρατό. Το γεγονός αυτό απέβη καθοριστικό για την έκβαση των επιχειρήσεων, πόσω μάλλον όταν οι δύο αντίπαλοι έμελλε να συγκρουσθούν όχι πια με τους όρους του ανταρτοπολέμου, αλλά σε τακτική αναμέτρηση.
Στις 24 Αυγούστου 1949, ο «ΠΥΡΣΟΣ Γ» βάζει φωτιά στις κορυφές του Γράμμου. «Λαμπαδιασμένος ο Γράμμος τραντάζεται από τις μαζικές εκρήξεις των ολοήμερων βομβαρδισμών. Μια απερίγραπτη γιγαντομαχία διεξάγεται. Τα τμήματά μας μάχονται σκληρά με αφάνταστο ηρωισμό και αυτοθυσία, με άνισους όρους, πολλές φορές κυκλωμένα και μεμονωμένα, μέσα σε μια λάβα φωτιάς και σίδερου. Δεν παραδίνονται, όμως, πολεμάνε, σπάζουν κλοιούς και συμπτύσσονται μέσα από τις εχθρικές δυνάμεις», γράφει ο Θανάσης Ανάγνου, διευθυντής τότε του 3ου Επιτελικού Γραφείου της 9ης μεραρχίας του ΔΣΕ.
Την επόμενη κιόλας ημέρα, ωστόσο, μία μεραρχία του Εθνικού Στρατού κατορθώνει να υπερκεράσει τη γραμμή άμυνας του ΔΣΕ, να εγκατασταθεί μεταξύ της συνοριακής γραμμής και των μονάδων του ΔΣΕ και να βρεθεί στα μετόπισθεν του αντάρτικου στρατού, όπου κατέλαβε την Πόρτα Οσμάν, κύριο σημείο εξόδου των μαχητών του ΔΣΕ προς την Αλβανία. Παρά τις δυσκολίες που προκαλούσαν το διακεκομμένο έδαφος, η ναρκοθέτηση του εδάφους και προβλήματα στην υποστήριξη του πυροβολικού και της αεροπορίας, ο Εθνικός Στρατός κατόρθωσε να καταλάβει την κορυφογραμμή του Γράμμου στις 28 Αυγούστου 1949.
Απέναντι στον κίνδυνο να αποκλειστεί και η μοναδική απομένουσα δίοδος Μπάρα, και οι δυνάμεις του ΔΣΕ να βρεθούν περικυκλωμένες, το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ τις διέταξε να εκκενώσουν τον Γράμμο και να περάσουν στην Αλβανία...

Μια ολοκληρωτική σύγκρουση

Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος συνιστά μαζί με τη Μικρασιατική καταστροφή ένα από τα πιο τραυματικά επεισόδια της ελληνικής ιστορίας. Δεν αποτέλεσε απλά μια τρίχρονη στρατιωτική σύρραξη με βάση ένα προαποφασισμένο σχέδιο αλλά υπήρξε μια βαθύτατα πολιτική σύγκρουση με ολοκληρωτικό χαρακτήρα ανάμεσα σε αντιτιθέμενα κοινωνικά και ταξικά συμφέροντα. Απόρροια των πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών της Κατοχής συνιστά το πρώτο «θερμό επεισόδιο του ψυχρού πολέμου» με το δίπολο φασισμός - αντιφασισμός να μετασχηματίζεται στο πλαίσιο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης στην αντίθεση κομμουνισμός - αντικομμουνισμός.
Αν και στρατιωτικά μπορούμε να ερμηνεύσουμε την έκβαση της αναμέτρησης βασισμένοι στον δραματικά αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού, η απάντηση στο ερώτημα γιατί νίκησε ο Εθνικός Στρατός και χάθηκε ο πόλεμος για τον ΔΣΕ δεν είναι τόσο αυτονόητη. Οι ερμηνείες που έχουν δοθεί είναι πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες και αποδίδουν τα αίτια της ήττας τόσο σε εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς παράγοντες. Στην 6η Ολομέλεια που συγκάλεσε η ηγεσία του ΚΚΕ στις 9 Οκτωβρίου 1949, για να εκτιμήσει τις αιτίες της «υποχώρησης» και να θέσει τα νέα καθήκοντα εν όψει της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί, τα αίτια αποδόθηκαν στην αδυναμία επίλυσης του ζητήματος των εφεδρειών και του ανεφοδιασμού, ιδιαιτέρα στα τμήματα του ΔΣΕ της Νότιας Ελλάδας, στη βοήθεια των Βρετανών και των Αμερικανών και στην «προδοσία του Τίτο». Στις ολομέλειες και συνδιασκέψεις του κόμματος που ακολούθησαν κυριάρχησε η άποψη του Ζαχαριάδη, για την ορθότητα της θέσης της καθοδήγησης αλλά την κακή της υλοποίηση, και το σύνθημα «με το όπλο παρά πόδα»: η ήττα ήταν προσωρινή, η υποχώρηση του ΔΣΕ ένας τακτικός ελιγμός ενώ επίκειται νέος γύρος ένοπλης πάλης.

Χάθηκε πολύτιμος χρόνος

Κρίνοντας εκ των υστέρων, η καθυστερημένη απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ για ένοπλη μορφή πάλης, παρά την ύπαρξη ομάδων ένοπλων καταδιωκόμενων στα ορεινά, είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος στην ανάπτυξη του ΔΣΕ ενώ έδωσε τη δυνατότητα στον Εθνικό Στρατό να οργανωθεί και να ενισχυθεί με τη βρετανική και την αμερικανική υποστήριξη. Το πρόβλημα των εφεδρειών επιτάθηκε με την αναγκαστική μετακίνηση 700.000 ανθρώπων από τα ορεινά στις πόλεις, γεγονός που στέρησε τον ΔΣΕ από πηγές εφοδιασμού και πληροφόρησης. Η μερική εγκατάλειψη της αντάρτικης τακτικής και η ρήξη Τίτο-Στάλιν συνέτειναν στο να χάσει ο ΔΣΕ το μηχανισμό στήριξης και ενότητας των δυνάμεών του, ενώ το κλείσιμο των συνόρων, δύο μήνες πριν από την κατάρρευση, απλώς επιτάχυνε το αναπόφευκτο.
Αν και στρατιωτικά η έκβαση του πολέμου κρίθηκε στις κορυφές του Γράμμου τον Αύγουστο 1949, ο Εμφύλιος και το πνεύμα του εξακολούθησαν να βρίσκονται στο προσκήνιο για ένα τέταρτο του αιώνα ακόμη...
Η άρση των κληροδοτημάτων του Εμφυλίου ήρθε το 1974 και επισήμως μόλις το 1989. Η «εθνοενωτική αφήγηση» της δεκαετίας του 1980 μέσω της υπέρβασης των αντιθέσεων που γέννησε ο εμφύλιος πόλεμος, η έκρηξη του επιστημονικού και δημόσιου ενδιαφέροντος τις επόμενες δεκαετίες και η εν εξελίξει προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας με την επαναφορά ψυχροπολεμικών επιχειρημάτων καταδεικνύουν ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος και τα πολιτικά του διακυβεύματα κάθε άλλο παρά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας πέρασαν.



[1] ιστορικός